Σε περίπτωση μεγάλης καθυστερήσεως πτήσεως, η αεροπορική εταιρεία, η οποία υπέχει την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης στους επιβάτες αποζημίωσης δεν είναι αυτή η οποία εκναύλωσε το αεροσκάφος και το πλήρωμα που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά εκείνη η οποία έλαβε την απόφαση διεξαγωγής της πτήσεως, έκρινε εχθές το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΕΕ απεφάνθη κρίνοντας επί υποθέσεως πτήσης της ΤUI που πραγματοποιήθηκε με αεροσκάφος της Thomson Airways.

Ειδικότερα, με τη χθεσινή του απόφαση το Δικαστήριο της ΕΕ εκτιμά ότι «πρέπει να νοείται ως πραγματικός αερομεταφορέας η αεροπορική εταιρεία, η οποία λαμβάνει την απόφαση να διεξαγάγει συγκεκριμένη πτήση, καθορίζοντας και το δρομολόγιο, και να δημιουργήσει με τον τρόπο αυτόν προσφορά αερομεταφοράς για τους ενδιαφερομένους».

Σύμγωνα με το ΚΥΠΕ, το ΔΕΕ κρίνει ότι «η λήψη μιας τέτοιας αποφάσεως συνεπάγεται ότι η αεροπορική εταιρεία αυτή φέρει την ευθύνη διεξαγωγής της πτήσεως, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της τυχόν ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεώς της».

Κατά συνέπεια, αναφέρει το ΔΕΕ, «αεροπορική εταιρεία, όπως η Thomson Airways εν προκειμένω, η οποία εκναυλώνει αεροσκάφος και πλήρωμα σε άλλη αεροπορική εταιρεία («wet-lease»), αλλά δεν φέρει την ευθύνη διεξαγωγής της πτήσεως, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται πραγματικός αερομεταφορέας κατά την έννοια του κανονισμού».

Τέλος, συναφώς αναφέρει το ΔΕΕ «δεν έχει σημασία το γεγονός ότι στην επιβεβαίωση κρατήσεως της πτήσεως την οποία έλαβαν οι επιβάτες αναγράφεται ότι η πτήση εκτελείται από την πρώτη αεροπορική εταιρεία».