Ινδονήσιοι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι το αεροσκάφος της Lion Air, το οποίο συνετρίβη τον Οκτώβριο στη Θάλασσα της Ιάβας παρασύροντας στον θάνατο 189 ανθρώπους, ήταν ακατάλληλο για πτήση και θα έπρεπε να είναι καθηλωμένο.

Ινδονήσιοι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι το αεροσκάφος της Lion Air ήταν ακατάλληλο για πτήση και θα έπρεπε να είναι καθηλωμένο. Στο αεροσκάφος επέβαιναν 189 άνθρωποι, 178 ενήλικες, ένα παιδί, δύο βρέφη, δύο πιλότοι και έξι μέλη προσωπικό καμπίνας και συνετρίβη στις 29 Οκτωβρίου στην Θάλασσα της Ιάβας λίγο μετά την απογείωσή του από την Τζακάρτα.

Η προκαταρκτική έκθεση είχε διαπιστώσει ότι σε προηγούμενες πτήσεις είχαν εντοπιστεί τεχνικά προβλήματα χωρίς να δίνει μια σαφή απάντηση για την αιτία της συντριβής.

Το μοιραίο αεροσκάφος είχε ξεκινήσει πτήσεις πριν από μερικούς μήνες, είχε ζητήσει να επιστρέψει στο αεροδρόμιο της Τζακάρτα 13 λεπτά προτού χαθεί η επαφή μαζί του και κατευθυνόταν προς την Πανγκάλ Πινάν, μια πόλη στο νησί Μπανγκά, στα ανοικτά της Σουμάτρα, μια διαδρομή που θα είχε διάρκεια μιας ώρας.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Lion Air Έντουαρντ Σιράιτ είχε δηλώσει όταν έγινε το δυστύχημα ότι το αεροσκάφος είχε επισκευαστεί πρόσφατα έπειτα από τεχνικό πρόβλημα που αντιμετώπισε, χωρίς όμως να διευκρινίσει τη φύση του προβλήματος.

Σήμερα ένας ινδονήσιος ερευνητής ανακοίνωσε ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πει κάποιος αν ζητήματα που αφορούν το εκσυγχρονισμένο σύστημα στήριξης του αεροσκάφους συνέβαλαν στο δυστύχημα. Ο Νουρκαχίο Ουτόμο, ένας ερευνητής της Εθνικής Επιτροπής Ασφάλειας των Μεταφορών της Ινδονησίας (KNKT), δήλωσε ότι η υπηρεσία δεν έχει ακόμη δευκρινίσει αν το σύστημα στήριξης, το οποίο δεν περιγραφόταν στους πιλότους στα εγχειρίδια πτήσης, αποτέλεσε παράγοντα που συντέλεσε στο δυστύχημα.

Τα συμπεράσματα της KNKT αναφέρουν ότι η Lion Air έθεσε και πάλι το αεροπλάνο στην κυκλοφορία παρότι είχαν εμφανιστεί προβλήματα σε προηγούμενες πτήσεις. 

«Στη διάρκεια εκείνης της πτήσης το αεροσκάφος είχε εμφανίσει τεχνικό πρόβλημα αλλά ο πιλότος είχε αποφασίσει να συνεχίσει», είπε στους δημοσιογράφους ο Ουτόμο.

Η έκθεση αναφέρει πολλές διαδικασίες συντήρησης που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των αναφερθέντων προβλημάτων.

«Κατά την γνώμη μας το αεροσκάφος ήταν πλέον ακατάλληλο για πτήση και δεν θα έπρεπε να έχει συνεχίσει», είπε ο ίδιος. Η έκθεση της επιτροπής ωστόσο δεν καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, αναφέρει όμως ότι οι πιλότοι δυσκολεύονταν με το αυτοματοποιημένο σύστημα στήριξης του αεροσκάφους, το οποίο ήταν νέο χαρακτηριστικό στον στόλο των 737 Max.

Η έκθεση αναφέρει ότι η αεροπορική εταιρεία θα πρέπει να διασφαλίσει πως το εγχειρίδιο λειτουργίας τηρείται «ώστε να βελτιώσει τo πρωτόκολλο ασφαλείας και να μπορεί ο πιλότος να παίρνει την σωστή απόφαση για την συνέχιση της πτήσης».

Oι ερευνητές είχαν αποκαλύψει ότι το αεροσκάφος σε προηγούμενες πτήσεις είχε αντιμετωπίσει τεχνικά προβλήματα που συνδέονταν με τα όργανα μέτρησης του ύψους και της ταχύτητας πτήσης.

Ένα από τα μαύρα κουτιά του αεροσκάφους και συγκεκριμένα ο καταγραφέας δεδομένων πτήσης έχει ανασυρθεί, αλλά οι αρχές δεν έχουν ακόμη εντοπίσει τον καταγραφέα με τις συνομιλίες από το πιλοτήριο που μπορεί να παράσχει περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο αντίδρασης των πιλότων.

Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν στραφεί δικαστικά εναντίον της κατασκευάστριας εταιρείας του αεροσκάφους, της Boeing, για εικαζόμενες κακοτεχνίες στον σχεδιασμό του αεροσκάφους, επικεντρώνοντας στο αυτοματοποιημένο σύστημα ασφάλειας.