Σε βλάβη στον ηλεκτρονικό διανομέα, η οποία προκάλεσε και το πρόβλημα στη λειτουργία του ασυρμάτου, οφείλεται η αναγκαστική προσγείωση στην Κολωνία του αεροσκάφους που μετέφερε την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ και τον αντικαγκελάριο Όλαφ Σολτς από το Βερολίνο στο Μπουένος Άιρες για τη Σύνοδο της G20, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του γερμανικού υπουργείου Άμυνας Γενς Φλόσντορφ. Ο ίδιος τόνισε κατ’ επανάληψη ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για σαμποτάζ ή εγκληματική ενέργεια.

Οπως εξήγησε ο κ. Φλόσντορφ, ενώ το αεροσκάφος «Κόνραντ Αντενάουερ» (Airbus 340-300) πετούσε πάνω από το Άμστερνταμ, τέθηκαν εκτός λειτουργίας τόσο το βασικό όσο και το εφεδρικό σύστημα ασυρμάτου και ο κυβερνήτης έκρινε ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί αναγκαστική προσγείωση.

Το αεροδρόμιο Βόννης – Κολωνίας επελέγη καθώς εκεί σταθμεύει το τμήμα της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας στο οποίο ανήκουν τα κυβερνητικά αεροσκάφη. Επιπλέον, η προσγείωση πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια δορυφορικού τηλεφώνου και θα ήταν ενδεχομένως πιο δύσκολη στο αεροδρόμιο του Βερολίνου, όπου η αεροπορική κίνηση είναι πολύ μεγαλύτερη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το συγκεκριμένο τμήμα έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 5.200 – εκπαιδευτικές και κανονικές – πτήσεις κατά το διάστημα Ιουνίου 2016 – Ιουνίου 2018, ενώ το ποσοστό ακύρωσης κανονικών πτήσεων βρίσκεται κάτω από το 2%. Η συγκεκριμένη βλάβη ωστόσο, παραδέχθηκε, παρουσιάζεται για πρώτη φορά και γι’ αυτό η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται σε επικοινωνία με την κατασκευάστρια εταιρεία αλλά και με εμπορικές αεροπορικές εταιρίες που χρησιμοποιούν τον ίδιο τύπο αεροσκάφους.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το γιατί η καγκελάριος δεν χρησιμοποίησε το εφεδρικό αεροσκάφος προκειμένου να μεταβεί στον προορισμό της, ο εκπρόσωπος εξήγησε ότι το δεύτερο αεροσκάφος ίδιου τύπου, το «Τέοντορ Χόις», βρισκόταν στο Βερολίνο κατά την απογείωση της κυρίας Μέρκελ. Το πρωτόκολλο ωστόσο προβλέπει ότι παραμένει σε ετοιμότητα μόνο μέχρις ότου δοθεί το ΟΚ από το πρώτο αεροσκάφος. Η βλάβη παρουσιάστηκε, όπως είπε, αρκετή ώρα αργότερα. Επιπλέον, για την πτήση προς την Κολονία και κατόπιν στο Μπουένος Άιρες το πλήρωμα θα έπρεπε να υπερβεί το όριο διάρκειας πτήσης, το οποίο, όπως τόνισε, έχει να κάνει με θέματα ασφάλειας «και όχι με εργασιακά ζητήματα».

Το πρόβλημα του τμήματος που χειρίζεται τα κυβερνητικά αεροσκάφη, συνέχισε ο κ. Φλόσντορφ, αφορά κυρίως το μικρό μέγεθος του στόλου, ο οποίος χρησιμοποιείται από τον πρόεδρο, την καγκελάριο, τους προέδρους της Άνω και Κάτω Βουλής, πολλούς υπουργούς, κοινοβουλευτικές αποστολές, αλλά και υψηλόβαθμους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων.

Υπάρχουν μόνο δύο αεροσκάφη Airbus 340-300, τα οποία μπορούν να πραγματοποιήσουν υπερατλαντική πτήση, άρα όταν το ένα έχει παρουσιάσει κάποια βλάβη, το 50% του στόλου τίθεται εκτός λειτουργίας, είπε χαρακτηριστικά. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, εξήγησε ακόμη ότι το συγκεκριμένο τμήμα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεγάλες αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν μεγάλο αριθμό αεροσκαφών, αλλά και τεχνικές δυνατότητες επισκευής σε πολλά αεροδρόμια ανά τον κόσμο. Επιπλέον, οι εταιρείες ακολουθούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα πτήσεων, ενώ στις κυβερνητικές πτήσεις συχνά δεν υπάρχει ενημέρωση πολύ νωρίτερα.

Πηγή: ΑΜΠΕ