Σε κεντρικό άρθρο το Economist επισημαίνει ότι περίπου 50 χώρες έχουν κάνει συνολικά περισσότερες από 68 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων κατά της Covid-19 μέχρι σήμερα, αριθμός μικρός σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό των 7,8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά αρκετός για να έχει ήδη πυροδοτήσει μία διεθνή διαμάχη κατά πόσο οι εμβολιασμένοι πρέπει να επιτρέπεται να μετακινούνται πιο ελεύθερα, κάνοντας χρήση ειδικών «διαβατηρίων» ή πιστοποιητικών εμβολιασμού. Τονίζει, δε, ότι μπορεί τα εν λόγω «διαβατήρια» να διχάζουν και να προκαλούν ενδοιασμούς, όμως τελικά είναι πολύ πιθανή η υιοθέτησή τους.

Μερικές χώρες που εξαρτώνται από τον τουρισμό ανακοίνωσαν, ήδη, ότι είναι ανοικτές σε ταξιδιώτες που αποδεδειγμένα έχουν εμβολιαστεί για τον κορωνοϊό. Οι γνώμες διίστανται, όπως υπογραμμίζει το διεθνούς κύρους βρετανικό περιοδικό, κατά πόσο πρέπει να υιοθετηθεί ευρύτερα κάτι τέτοιο. Μερικοί το θεωρούν έναν γρήγορο δρόμο επιστροφής στην κανονική ζωή και άλλοι ανησυχούν ότι θα αποδειχθεί άδικο και διχαστικό μέτρο.
Μολονότι η ιδέα για διαβατήρια εμβολιασμού φαίνεται ριζοσπαστική, υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα και ανάλογα. Το 1922, για παράδειγμα, πολλά αμερικανικά σχολεία απαίτησαν τα παιδιά να έχουν εμβολιαστεί κατά της ευλογιάς ως προϋπόθεση για να παρακολουθήσουν το μάθημα. Επίσης, η «κίτρινη κάρτα» είναι ένα διεθνές πιστοποιητικό που θεσπίστηκε πριν σχεδόν 100 χρόνια για να αναφέρει τους εμβολιασμούς ενός ανθρώπου έναντι της χολέρας, του κίτρινου πυρετού, του τύφου και της ευλογιάς. Μέχρι σήμερα, αρκετές χώρες απαιτούν π.χ. πιστοποιητικό εμβολίου για τον κίτρινο πυρετό ως προϋπόθεση εισόδου στη χώρα.

Ο Economist αναφέρει ότι «ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, θέλει ένα ευρωπαϊκό πιστοποιητικό για ταξίδια. Το ενδιαφέρον του πιθανώς παρακινήθηκε από την εξάρτηση της χώρας του από τον τουρισμό». Προσθέτει ότι ενώ ο Βρετανός υπουργός Υγείας δεν βλέπει με θετικό μάτι μία τέτοια ιδέα, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, ζήτησε να γίνει αξιολόγηση των διαβατηρίων εμβολιασμού, και σε όλον τον κόσμο βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες προσπάθειες του ιδιωτικού τομέα για τη δημιουργία τέτοιων ψηφιακών διαβατηρίων.

Οι επιφυλάξεις σχετικά με το πιστοποιητικό εμβολιασμού
Ένας λόγος επιφύλαξης, σύμφωνα με το δημοσίευμα όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, είναι ότι παραμένει ασαφές πόση προστασία παρέχουν τα εμβόλια έναντι της μετάδοσης του κορωνοϊού. Τα εμβόλια, ασφαλώς, σώζουν ζωές και αποτρέπουν τη σοβαρή νόσο, αλλά μερικοί εμβολιασμένοι μπορεί να κολλάνε τον κορωνοϊό και να συνεχίσουν να τον μεταδίδουν. Είναι πιθανό, πάντως, ότι τα εμβόλια μειώνουν σημαντικά και τη μεταδοτικότητα και, καθώς θα αυξάνονται οι ενδείξεις γι’ αυτό, θα εντείνονται και οι πιέσεις να επιστρέψουν οι εμβολιασμένοι στην κανονική ζωή τους, μεταξύ άλλων ταξιδεύοντας. Αλλά ακόμη κι αν τα εμβόλια βοηθούν λίγο μόνο κατά της μετάδοσης, μερικοί θεωρούν ότι τα διαβατήρια εμβολιασμού είναι αναπόφευκτα, ενώ για κάποιους, όπως ο καθηγητής Βιοηθικής Άρθουρ Κάπλαν της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, είναι και επιθυμητά, καθώς π.χ. οι υγειονομικοί και οι εργαζόμενοι σε οίκους ευγηρίας και άλλες δομές φροντίδας που έχουν εμβολιαστεί θα πρέπει να μπορούν να το αποδείξουν. Σε αρκετές χώρες, ήδη, είναι υποχρεωτικοί οι εμβολιασμοί του νοσοκομειακού προσωπικού έναντι της γρίπης ή της ηπατίτιδας Β, προκειμένου να προστατεύσουν τους ευπαθείς και μη εμβολιασμένους ασθενείς, όπως καρκινοπαθείς, ανοσοκατεσταλμένους και νεογέννητα.

Επιπλέον, διάφορες επιχειρήσεις (κρουαζερόπλοια, αεροπορικές εταιρείες, εστιατόρια κ.ά.) θα έχουν σοβαρό πρόβλημα χωρίς τέτοια πιστοποιητικά εμβολιασμού. Ενώ γενικότερα πολλοί εργοδότες φαίνεται να ενδιαφέρονται να ξέρουν ποιοι εργαζόμενοί τους έχουν εμβολιαστεί και ποιοι όχι.

Οι κυβερνήσεις φαίνεται απίθανο να απαγορεύσουν στο μέλλον τελείως την είσοδο σε μη εμβολιασμένους, όμως μπορεί να τους επιβάλουν πρόσθετους περιορισμούς (που δεν θα έχουν οι εμβολιασμένοι), όπως την προσκόμιση αρνητικού τεστ Covid-19 πριν την είσοδο στη χώρα ή την επιβολή καραντίνας σε ειδικό ξενοδοχείο. Όμως οι εταιρείες, όπως οι αεροπορικές, έχουν μεγαλύτερη ελευθερία σε σχέση με τα κράτη να επιβάλουν περιορισμούς στους πελάτες τους ή στους εργαζόμενούς τους, εφόσον δεν πρόκειται για διακρίσεις. Το εμβολιαστικό πρόγραμμα των κυβερνήσεων μπορεί, επίσης, να διευκολυνθεί από την επίγνωση των ανθρώπων ότι το εμβόλιο θα τους παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και πιο σίγουρη θέση απασχόλησης.

Ερωτηματικό αποτελεί η διάρκεια ενός διαβατηρίου/πιστοποιητικού, καθώς δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο μπορεί να διαρκεί η εμβολιαστική ανοσία, ενώ αβεβαιότητα υπάρχει και για τη διάρκεια της φυσικής ανοσίας μετά από λοίμωξη Covid-19 (σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες). Ένα άλλο πιθανό πρόβλημα είναι ένα νέου τύπου διαγενεακό ρήγμα, καθώς σχεδόν όλες οι χώρες εμβολιάζουν κατά προτεραιότητα τους ηλικιωμένους, συνεπώς αυτοί θα έχουν αρχικά και τα περισσότερα διαβατήρια εμβολιασμού, ενώ οι νέοι θα αργήσουν να εμβολιαστούν. Υπάρχουν και αυτοί που θα ισχυριστούν ότι εξαναγκάστηκαν να κάνουν το εμβόλιο, ενώ καθόλου δεν ήθελαν, μόνο και μόνο επειδή δεν ήθελαν να μείνουν χωρίς διαβατήριο εμβολιασμού.

Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει ο Economist, παρά τις όποιες ενστάσεις, η πλειοψηφία στις περισσότερες χώρες πιθανώς θα αποδεχθεί τα διαβατήρια/πιστοποιητικά εμβολιασμού, για έναν απλό λόγο: Τα αυστηρά lockdown δύσκολα αντέχονται και κοστίζουν οικονομικά, οπότε ακόμη και μία μικρή διέξοδος παρέχει μία αχτίδα ελπίδας.