Περισσότεροι από 300 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στην προσπάθεια να φτάσουν στην κορυφή του Έβερεστ, ενώ πολλοί άλλοι έχουν τραυματιστεί.

Οι κίνδυνοι όμως ξεκινούν πολύ πριν την εκκίνηση της ανάβασης και όχι μόνο κατά την ορειβασία.

Η πιο συνηθισμένη πρόσβαση στην περιοχή των Ιμαλαΐων γίνεται με πτήση προς τον μικρό οικισμό Λούκλα, σε υψόμετρο 2.850 μέτρων.

Οι καθημερινές πτήσεις από την πρωτεύουσα του Νεπάλ, Κατμαντού, έως τη Λούκλα μειώνουν σημαντικά τον χρόνο που χρειάζονται οι ορειβάτες για να φτάσουν στους πρόποδες του Έβερεστ. Αν και η πτήση διαρκεί μόλις 25-30 λεπτά, τα δύο αεροδρόμια διαφέρουν δραματικά στις συνθήκες και την ασφάλεια.

 

Συνδυασμός κινδύνων

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που ένα αεροδρόμιο μπορεί να προκαλεί φόβο στους πιλότους. Σύντομοι διάδρομοι, διάτμηση ανέμου ή ορεινό περιβάλλον δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις. Στο αεροδρόμιο Τένζινγκ – Χίλαρι της Λούκλα, οι κίνδυνοι συνδυάζονται όλοι μαζί. Ο διάδρομος βρίσκεται στην πλαγιά ενός βράχου, με γκρεμό στο τέλος, κάνοντας την προσγείωση ιδιαίτερα απαιτητική.

Η πυκνότητα του αέρα σε μεγάλα υψόμετρα μειώνει την ανύψωση και την ισχύ των κινητήρων, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη την επιβράδυνση του αεροπλάνου. Ο διάδρομος μήκους 527 μέτρων είναι ελάχιστος σε σύγκριση με διεθνή αεροδρόμια που ξεπερνούν τα 3.000 μ.. Η τοποθεσία ανάμεσα σε ψηλά βουνά αφήνει στον πιλότο μόνο μία ευκαιρία για προσγείωση, χωρίς εναλλακτική διαφυγής, γι’ αυτό επιτρέπονται μόνο μικρά αεροσκάφη και ελικόπτερα.

Ο καιρός στα Ιμαλάια είναι εξαιρετικά απρόβλεπτος. Ξαφνική ομίχλη, καταιγίδα ή χιονόπτωση μπορούν να αλλάξουν τις συνθήκες κατά τη διάρκεια της πτήσης, οδηγώντας σε συχνές ακυρώσεις ή επιστροφές στο Κατμαντού. Οι περισσότερες πτήσεις προγραμματίζονται νωρίς το πρωί, καθώς όσο μειώνεται το φως, αυξάνονται οι πιθανότητες πυκνής ομίχλης και κακής ορατότητας, όπως συνέβη το 2008 στην πτήση 103 της Yeti Airlines, όπου μόνο ένας από τους 19 επιβαίνοντες επέζησε.

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας του Νεπάλ έχει θέσει υψηλά πρότυπα για τους πιλότους της Λούκλα: απαιτούνται 100 πτήσεις σύντομης απογείωσης και προσγείωσης, τουλάχιστον ένα έτος εμπειρίας στο Νεπάλ και δέκα επιτυχημένες πτήσεις στη Λούκλα με πιστοποιημένο εκπαιδευτή.

 

Επαναλαμβανόμενη τραγωδία

Το Τένζινγκ – Χίλαρι συμβάλλει στο γεγονός ότι το Νεπάλ θεωρείται από τα πιο επικίνδυνα μέρη για πτήσεις. Τα τελευταία 30 χρόνια, 27 αεροσκάφη έχουν συντριβεί, εκ των οποίων τα 20 την τελευταία δεκαετία, με 278 ανθρώπινες ζωές να χάνονται. Το πιο πρόσφατο δυστύχημα της Yeti Airlines, στις 15 Ιανουαρίου 2023, στοίχισε τη ζωή σε 72 άτομα.

Οι συνθήκες πτήσης στο Νεπάλ είναι ιδιαίτερες: οκτώ από τα 14 υψηλότερα βουνά του πλανήτη βρίσκονται εδώ, ο καιρός μεταβάλλεται ξαφνικά και η ορεινή τοπογραφία δημιουργεί ένα δύσκολο αεροπορικό περιβάλλον. Το 2013 η Ε.Ε. απαγόρευσε τις πτήσεις νεπαλέζικων αερογραμμών, απόφαση που ισχύει έως σήμερα, καθώς μεταξύ 2008-2012 σημειώνονταν τουλάχιστον δύο ατυχήματα ετησίως.

Τα περισσότερα δυστυχήματα καταγράφονται κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο Tribhuvan του Κατμαντού, σε υψόμετρο 1.338 μ., με περιορισμένο χώρο για ελιγμούς λόγω των γύρω βουνών. Παρόμοια επικίνδυνες συνθήκες υπάρχουν και στα αεροδρόμια Σίμικοτ και Γιούμλα.

Η δυσκολία πρόσβασης σε όλη τη χώρα, οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι, η γήρανση του στόλου αεροσκαφών και η ελλιπής συντήρηση αυξάνουν περαιτέρω τον κίνδυνο πτήσεων, με τον ανθρώπινο παράγοντα να παραμένει καθοριστικός.