Σε εξέλιξη βρίσκεται σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας με επίκεντρο την Πολεμική Αεροπορία, καθώς τη Δευτέρα (10/02) απολογήθηκε ενώπιον του Αεροδικείου Αθηνών 54χρονος σμήναρχος, ο οποίος κατηγορείται ότι διοχέτευε διαβαθμισμένο στρατιωτικό υλικό στην Κίνα έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων.
Παράλληλα, οι έρευνες της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, σε συνεργασία με το ΓΕΕΘΑ και τις αρμόδιες υπηρεσίες δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς, με στόχο τον εντοπισμό τυχόν συνεργών και την πλήρη χαρτογράφηση του δικτύου επαφών του αξιωματικού.
Όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, το κατηγορητήριο χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ισχυρό, καθώς στηρίζεται σε πολύμηνη παρακολούθηση, αλλά και σε ψηφιακά δεδομένα που εξακολουθούν να αναλύονται. Από τις ίδιες πληροφορίες προκύπτει ότι ο σμήναρχος, ο οποίος κρατούνταν στα κρατητήρια της Αερονομίας στον Καρέα, φέρεται έτοιμος να επαναλάβει κατά την απολογία του όσα είχε καταθέσει προανακριτικά, αποδεχόμενος την εμπλοκή του και κατονομάζοντας τον Κινέζο σύνδεσμό του.
Στο πλαίσιο της έρευνας διαπιστώθηκε ότι ο αξιωματικός χρησιμοποιούσε δεύτερο, μη δηλωμένο κινητό τηλέφωνο, στο οποίο είχε εγκαταστήσει εφαρμογές κρυπτογραφημένης επικοινωνίας. Μέσω της συγκεκριμένης συσκευής φέρεται να φωτογράφιζε και να απέστελλε έγγραφα και στρατιωτικά σχέδια υψηλής διαβάθμισης σε κινεζικούς αποδέκτες.
Κατά τις έως τώρα εκτιμήσεις των αρχών, το κίνητρο της εμπλοκής του ήταν πρωτίστως οικονομικό. Ο ίδιος φέρεται να έχει περιγράψει αναλυτικά τον τρόπο στρατολόγησής του, τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα, καθώς και τη διαδικασία μέσω της οποίας αποκτούσε πρόσβαση σε απόρρητο υλικό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην εμπλοκή γυναίκας, η οποία εκτιμάται ότι διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην υπόθεση. Σύμφωνα με τις αρχές, πρόκειται για πρόσωπο με υψηλή θέση στην κατασκοπευτική αλυσίδα και πιθανώς μεγαλύτερης σημασίας για την κινεζική πλευρά από τον ίδιο τον σμήναρχο. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η συγκεκριμένη γυναίκα παρευρέθηκε σε συναντήσεις μεταξύ του αξιωματικού και του Κινέζου χειριστή του στην Αθήνα, γεγονός που έχει καταγραφεί από την ΕΥΠ.
Την ίδια ώρα, στο μικροσκόπιο των ερευνών τίθενται και απόστρατοι αξιωματικοί που διατηρούν επαγγελματικές ή άλλες σχέσεις με την Κίνα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται ευρύτερο δίκτυο επαφών. Παράλληλα, οι διαρρεύσασες πληροφορίες αξιολογούνται με βάση το επίπεδο διαβάθμισής τους, ώστε να εκτιμηθεί το εύρος της ζημιάς για την εθνική ασφάλεια.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Κινέζος σύνδεσμος του σμηνάρχου χρησιμοποιούσε το όνομα «Στίβεν», χωρίς να είναι σαφές αν πρόκειται για πραγματικό όνομα ή για επιχειρησιακό ψευδώνυμο. Η μεταξύ τους συνεργασία φέρεται να ξεκίνησε το 2025, μετά από συνάντηση σε εστιατόριο στον Πειραιά, και αρχικά περιοριζόταν στην παροχή γεωπολιτικών αναλύσεων έναντι μικρών χρηματικών ποσών.
Καθώς η σχέση εμπιστοσύνης ενισχύθηκε, ο αξιωματικός άρχισε, σύμφωνα με τις αρχές, να παραδίδει απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα ιδιαίτερης σημασίας. Η αμοιβή του εκτιμάται ότι ανερχόταν σε περίπου 5.000 ευρώ τον μήνα, ποσό που κατατίθετο σε ψηφιακό πορτοφόλι. Για λόγους αποφυγής υποψιών, προχωρούσε σε σταδιακές αναλήψεις μικρών ποσών από ΑΤΜ, λαμβάνοντας ακόμη και μέτρα μεταμφίεσης.























