Με δυναμική παρουσία επιστρέφει η Πολεμική Αεροπορία στην κορυφαία αεροπορική άσκηση του πλανήτη, τη Red Flag 26-1, συμμετέχοντας με μαχητικά F-16 Viper.
Στο πλέον απαιτητικό επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου η αποτελεσματικότητα κρίνεται σε πραγματικό χρόνο υπό συνθήκες πολλαπλών απειλών, ηλεκτρονικού πολέμου και κορεσμένων αισθητήρων, τα ελληνικά Viper θα επιχειρήσουν δίπλα στα πλέον προηγμένα μαχητικά της Δύσης.
Στην αεροπορική βάση Nellis Air Force Base, στην πολιτεία της Νεβάδα, πέντε αναβαθμισμένα F-16V της 340 Μοίρας «Αλεπού» προγραμματίζεται να αναπτυχθούν τον Μάρτιο, προκειμένου να λάβουν μέρος στον πιο απαιτητικό κύκλο της διεθνούς άσκησης.
Σε ανώτατο επίπεδο ελήφθη η απόφαση συμμετοχής, η οποία οριστικοποιήθηκε έπειτα από την επίσκεψη του Αρχηγού ΓΕΑ, Αντιπτέραρχου Δημοσθένης Γρηγοριάδης, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις επαφές του με την ηγεσία της United States Air Force.
Έπειτα από 18 χρόνια απουσίας, η επιστροφή της Ελλάδας στη Red Flag αποτελεί στρατηγική επιλογή που εντάσσεται στη συνολική εξωστρέφεια του Αεροπορικού Επιτελείου και στη δοκιμή των νέων δυνατοτήτων των Viper σε περιβάλλον μέγιστου ρεαλισμού.
Ανατρέχοντας στο 2008, η ελληνική συμμετοχή με F-16 Block 52+ της 343 Μοίρας «Αστέρι» είχε αφήσει θετικό αποτύπωμα σε σύνθετα σενάρια εναέριας υπεροχής και αποστολές COMAO, αποσπώντας ευμενή σχόλια για την τακτική συγκρότηση και την επιχειρησιακή πειθαρχία.
Πλέον, το 2026, τα F-16V σηματοδοτούν ουσιαστική τεχνολογική μετάβαση, ενσωματώνοντας ραντάρ AESA APG-83, νέο Mission Computer, προηγμένα συστήματα αυτοπροστασίας και ενισχυμένες δικτυοκεντρικές δυνατότητες. Η αναβάθμιση αυτή δεν είναι απλώς ποσοτική, αλλά επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του μαχητικού στο σύγχρονο επιχειρησιακό οικοσύστημα.
Συγκεντρώνοντας περίπου 3.000 στελέχη και 150 αεροσκάφη από 32 μονάδες, η Red Flag 26-1 προσομοιώνει τις πρώτες δέκα πολεμικές αποστολές ενός πληρώματος σε συνθήκες πλήρους φάσματος επιχειρήσεων.
Στο επίκεντρο της άσκησης βρίσκονται αποστολές Large Force Employment, με μαζική συμμετοχή αεροσκαφών, ενεργοποίηση αντιαεροπορικών δικτύων, εναέρια διοίκηση και εκτεταμένο ηλεκτρονικό πόλεμο, σε σενάρια σύγκρουσης με τεχνολογικά ισοδύναμο αντίπαλο.
Κορμό της αμερικανικής συμμετοχής αποτελούν μονάδες της USAF με F-35, F-22 και F-16CJ, ενώ το United States Navy και το United States Marine Corps συνεισφέρουν με F/A-18E Super Hornet και EA-18G Growler για αποστολές ηλεκτρονικού πολέμου. Παράλληλα, η Royal Air Force συμμετέχει με Eurofighter Typhoon, ενώ η Royal Australian Air Force αναπτύσσει F-35A και ιπτάμενο ραντάρ E-7A Wedgetail.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνεργασία αεροσκαφών 4ης και 5ης γενιάς, με τα F-35 να λειτουργούν ως αισθητήρες πρώτης γραμμής και να μεταβιβάζουν δεδομένα στα υπόλοιπα μαχητικά για εκτέλεση πυρών.
Μέσα σε αυτό το απαιτητικό πλαίσιο, τα ελληνικά Viper θα αξιολογηθούν ως προς την απόδοση του ραντάρ APG-83 απέναντι σε χαμηλού ίχνους στόχους, την ανθεκτικότητα του Link-16 σε παρεμβολές και τη δυνατότητα ένταξης σε μικτά πακέτα κρούσης.
Παράλληλα με την αερομαχία, η δοκιμασία περιλαμβάνει σχεδίαση αποστολής, συνεργασία με AWACS, συγχρονισμό με ιπτάμενα τάνκερ και αναλυτικά debrief υψηλής ακρίβειας, διαδικασία που συμβάλλει στη διαμόρφωση μελλοντικού δόγματος.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η συμμετοχή της Ελλάδας στο ίδιο επιχειρησιακό πλαίσιο με τις κορυφαίες αεροπορικές δυνάμεις της Δύσης ενισχύει το διεθνές αποτύπωμα της Πολεμικής Αεροπορίας και επιβεβαιώνει τη μετάβαση σε μια νέα εποχή τεχνολογικής και επιχειρησιακής ωριμότητας.
Πάνω από την έρημο της Νεβάδα, οι «Αλεπούδες» της 340 Μοίρας δεν θα επιδιώξουν απλώς μια ακόμη συμμετοχή, αλλά θα επιχειρήσουν να αποδείξουν ότι η ελληνική αεροπορική ισχύς μπορεί να σταθεί ισότιμα στο πιο απαιτητικό περιβάλλον αεροπορικού πολέμου διεθνώς.
























