Το αυξημένο κόστος των αεροπορικών καυσίμων ενδέχεται να οδηγήσει τις αεροπορικές εταιρείες σε νέες περικοπές δρομολογίων και στην καθήλωση περισσότερων αεροσκαφών από το συνηθισμένο κατά τη χειμερινή περίοδο, σύμφωνα με εκτιμήσεις κορυφαίου αναλυτή του κλάδου.

Όπως επισημαίνει ο αναλυτής αερομεταφορών John Strickland, ευρωπαϊκές και αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες ενδέχεται να προχωρήσουν σε αναπροσαρμογές των προγραμμάτων τους, καθώς αρκετές λιγότερο κερδοφόρες συνδέσεις καθίστανται οικονομικά ασύμφορες μετά το τέλος της θερινής σεζόν.

Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο επικεφαλής της JLS Consulting, με φόντο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των αεροπορικών καυσίμων.

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν παραδοσιακά τον αριθμό των πτήσεων, καθώς η μειωμένη ζήτηση οδηγεί σε πλεονάζουσα χωρητικότητα. Παράλληλα, συχνά μειώνουν τους ναύλους, επιδιώκοντας να ενισχύσουν τις κρατήσεις.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Strickland, το αυξημένο κόστος των καυσίμων δυσκολεύει σημαντικά τη διατήρηση δρομολογίων που βρίσκονται ήδη στα όρια της κερδοφορίας.

Μιλώντας σε διαδικτυακό συνέδριο του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Αεροπορίας, δήλωσε:
«Ανεξάρτητα από το πόσο θα μειώσουν οι αεροπορικές εταιρίες τις τιμές για να τονώσουν τη ζήτηση, και πάλι δεν θα καλύψουν το κόστος της υψηλότερης τιμής των καυσίμων. Και νομίζω ότι ως συνέπεια θα δούμε περισσότερα αεροπλάνα στο έδαφος. Νομίζω ότι αυτό που θα δούμε αυτόν τον χειμώνα είναι ένα υψηλότερο επίπεδο ακυρώσεων. Δεν βλέπω τις αεροπορικές εταιρίες να μειώνουν ξαφνικά τις τιμές αριστερά, δεξιά και στο κέντρο, προκειμένου να τονώσουν τη ζήτηση».

Την ίδια στιγμή, ορισμένες αγορές αλλά και κατηγορίες θέσεων έχουν ήδη καταγράψει μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών σε σχέση με άλλες. Παράλληλα, ο βαθμός πίεσης που δέχεται κάθε αεροπορική εταιρεία εξαρτάται από τη στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου που εφαρμόζει στα καύσιμα, καθώς και από τη δυνατότητά της να μετακυλήσει μέρος του αυξημένου κόστους στους επιβάτες.

Παρά τις πιέσεις, ο ίδιος εκτίμησε ότι μέχρι στιγμής οι αερομεταφορείς έχουν καταφέρει να αποφύγουν σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό καυσίμων, αξιοποιώντας εναλλακτικές πηγές προμήθειας και στρατηγικές αντιστάθμισης, περιορίζοντας έτσι τις επιπτώσεις των βραχυπρόθεσμων αυξήσεων των τιμών.

Όπως ανέφερε, ο αριθμός των δρομολογίων που έχουν αφαιρεθεί από τα προγράμματα πτήσεων παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένος.

Παρ’ όλα αυτά, με την ολοκλήρωση της θερινής τουριστικής περιόδου, οι αποφάσεις για τη διατήρηση ή την κατάργηση δρομολογίων αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο δύσκολες.

Στο μεταξύ, οι αεροπορικές εταιρείες παρακολουθούν διαρκώς την πορεία των κρατήσεων και την απόδοση κάθε γραμμής, προκειμένου να καθορίσουν ποιες συχνότητες πτήσεων παραμένουν οικονομικά βιώσιμες.

Η συγκεκριμένη προειδοποίηση έρχεται μετά την εκτίμηση του πρώην γενικού διευθυντή της IATA, Willie Walsh, σύμφωνα με την οποία το κόστος των αεροπορικών καυσίμων αναμένεται να αυξηθεί σχεδόν κατά 40%, φτάνοντας τα 350 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026. Με βάση την ίδια πρόβλεψη, τα καύσιμα θα αντιπροσωπεύουν το 31,4% των συνολικών λειτουργικών εξόδων των αεροπορικών εταιρειών.