Στο επίκεντρο της έρευνας για τα αίτια της σύγκρουσης δύο ελικοπτέρων κατά τη διάρκεια επιχείρησης κατάσβεσης πυρκαγιάς στη Δυτική Αττική, στις 2 Αυγούστου 2026, βρίσκονται οι καταθέσεις των διασωθέντων πιλότων και οι συνομιλίες με το Κέντρο Επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε ο ΣΚΑΪ, οι δύο πιλότοι του ελικοπτέρου που διασώθηκαν μετά τη σύγκρουση κατέθεσαν στην Αστυνομία και ανέφεραν ότι δεν είχαν οπτική επαφή με το άλλο ελικόπτερο πριν από το περιστατικό.
Όπως φέρεται να δήλωσαν, όταν αισθάνθηκαν την πρόσκρουση, αρχικά πίστεψαν ότι είχαν χτυπήσει σε καλώδια ηλεκτρικού ρεύματος.
Σε ερώτηση σχετικά με τις οδηγίες που είχαν λάβει, οι δύο άνδρες φέρεται να απάντησαν ότι είχαν λάβει εντολή από τη «Φλόγα», την κωδική ονομασία του αξιωματικού που συντονίζει τα εναέρια μέσα από το συντονιστικό ελικόπτερο της Πυροσβεστικής. Η οδηγία, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ήταν να πραγματοποιήσουν ρίψη νερού αφού ολοκλήρωνε τη δική του ρίψη το προπορευόμενο ελικόπτερο.
Παράλληλα, οι πιλότοι φέρεται να ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν πως στην επιχείρηση κατάσβεσης συμμετείχε και τρίτο ελικόπτερο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έρευνα παρουσιάζει και ένα χρονικό διάστημα περίπου 15 λεπτών πριν από τη σύγκρουση, μετά την αποχώρηση του επίγειου συντονιστή από την περιοχή. Με βάση τους κανονισμούς της Πυροσβεστικής, ο συντονισμός των εναέριων μέσων περνά σε αυτό το στάδιο στον εναέριο συντονιστή.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ο εναέριος συντονιστής φέρεται να βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο του μετώπου, συγκεκριμένα στην περιοχή των Βιλίων, χωρίς να έχει άμεση οπτική επαφή με την περιοχή της Ψάθας.
Οι καταθέσεις των πιλότων, τα ηχητικά των επικοινωνιών και τα δεδομένα της επιχείρησης αναμένεται να αξιοποιηθούν από τις Αρχές για την πλήρη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στη σύγκρουση.


















