Οι δείκτες του ρολογιού στο αεροδρόμιο του Ελληνικού δείχνουν 12:33 το μεσημέρι. Είναι Κυριακή 27 Ιουνίου 1976 και το Airbus A300 της Air France αφήνει τον διάδρομο απογείωσης και παίρνει ύψος πάνω από τον Σαρωνικό με προορισμό το Παρίσι.

Oι δείκτες του ρολογιού στο αεροδρόμιο του Ελληνικού δείχνουν 12:33 το μεσημέρι. Είναι Κυριακή 27 Ιουνίου 1976 και το Airbus A300 της Air France αφήνει τον διάδρομο απογείωσης και παίρνει ύψος πάνω από τον Σαρωνικό με προορισμό το Παρίσι. Είχε φθάσει στην Αθήνα από το Τελ Αβίβ στις 11.45 και τώρα συνεχίζει το δεύτερο σκέλος της πτήσης AF 139 με συνολικά 248 επιβάτες και 12 μέλη πληρώματος. Ανάμεσα στα 58 άτομα που επιβιβάζονται από τον διεθνή αερολιμένα της χώρας μας βρίσκονται και τέσσερα πρόσωπα τα οποία είχαν φροντίσει να μην κινήσουν υποψίες: δύο Παλαιστίνιοι και δύο Δυτικογερμανοί.

Εχουν μαζί τους πιστόλια και χειροβομβίδες. Το πώς πέρασε ο οπλισμός στην καμπίνα δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ πλήρως. Οι έλεγχοι ασφαλείας στο αεροδρόμιο εκείνη την ημέρα ήταν εξαιρετικά χαλαροί, ενώ έχει διατυπωθεί και η εκδοχή ότι συνεργοί τούς παρέδωσαν τα όπλα μέσα στη ζώνη transit. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο μια συνηθισμένη ευρωπαϊκή πτήση θα μετατρεπόταν σε διεθνή κρίση ομηρίας.

Εννέα λεπτά μετά την απογείωση, το Airbus βρίσκεται πάνω από την περιοχή της Κορίνθου. Οι περισσότεροι επιβάτες δεν έχουν προλάβει καλά καλά να λύσουν τις ζώνες ασφαλείας τους, όταν οι αεροπειρατές ανταλλάσσουν μεταξύ τους ματιές. Με ένα ελαφρύ νεύμα του κεφαλιού συνεννοούνται να σηκωθούν ταυτόχρονα όρθιοι, εμφανίζοντας τα όπλα. Στην καμπίνα ακούγονται φωνές. Εντρομες οι αεροσυνοδοί σηκώνουν τα χέρια ψηλά ενώ ένας από τους δράστες κατευθύνεται προς το πιλοτήριο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η γαλλική πρωτεύουσα έχει πάψει πλέον να αποτελεί τον τελικό προορισμό της πτήσης. Το αεροσκάφος βρίσκεται πλέον στα χέρια αεροπειρατών και σύντομα θα κατευθυνόταν προς τον Νότο.

Η σύνθεση της ομάδας των αεροπειρατών δεν ήταν τυχαία. Αντανακλούσε τη συνεργασία που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή ανάμεσα σε ορισμένες παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις και ομάδες της ευρωπαϊκής άκρας Αριστεράς. Οι δύο Γερμανοί ήταν ο Βίλφριντ Μπέζε και η Μπριγκίτε Κούλμαν, μέλη των ακροαριστερών «Επαναστατικών Πυρήνων» (Revolutionäre Zellen). Επρόκειτο για μια ένοπλη οργάνωση που είχε δημιουργηθεί στη Δυτική Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και αποτελούνταν από μικρές, σχετικά αυτόνομες ομάδες. Τα μέλη της θεωρούσαν ότι πολεμούσαν τον καπιταλισμό και τον δυτικό «ιμπεριαλισμό», με ένα τμήμα τους να έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις.

Οι δύο Παλαιστίνιοι, ο Τζαγιέλ αλ Αρτζα και ο Φαγιέζ Αμπντούλ Ραχίμ αλ Τζάμπερ, ήταν μέλη του «Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP)» που είχε ιδρυθεί το 1967 και συνδύαζε τον αραβικό εθνικισμό με μαρξιστικές και επαναστατικές ιδέες. Επιδίωκε την απελευθέρωση της Παλαιστίνης μέσω ένοπλου αγώνα και είχε γίνει διεθνώς γνωστό ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 για τις αεροπειρατείες επιβατικών αεροσκαφών. Η λογική τέτοιου είδους επιχειρήσεων ήταν διττή. Αφενός επιδιωκόταν η μεταφορά του παλαιστινιακού ζητήματος στα πρωτοσέλιδα ολόκληρου του κόσμου και αφετέρου οι όμηροι αυτών των ενεργειών χρησιμοποιούνταν ως μέσο πίεσης για την απελευθέρωση φυλακισμένων συντρόφων τους. Η αεροπειρατεία της πτήσης 139 εντασσόταν ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Στο πιλοτήριο εισέβαλε ο 27χρονος Μπέζε, ενώ οι συνεργοί του έλεγχαν την υπόλοιπη άτρακτο. Ο κυβερνήτης της Air France Μισέλ Μπακός λαμβάνει εντολή να αλλάξει πορεία. Το αεροπλάνο κατευθύνεται αρχικά προς τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος έχει καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία από το 1969. Προσγειώνεται στη Βεγγάζη για ανεφοδιασμό. Εκεί εκτυλίσσεται ένα από τα πιο απρόσμενα επεισόδια της αεροπειρατείας.

Η 30χρονη Βρετανίδα επιβάτης Πατρίσια Μάρτελ, που εργαζόταν στο Ισραήλ ως νοσοκόμα και ταξίδευε εσπευσμένα μέσω Παρισιού προς το Μάντσεστερ, καθώς είχε πεθάνει ξαφνικά η μητέρα της και ήθελε πάση θυσία να προλάβει την κηδεία, αναζήτησε έναν ευφάνταστο τρόπο για να κατέβει από το αεροπλάνο που είχε μετατραπεί σε κόλαση για όσους βρίσκονταν μέσα σε αυτό. Αρχικά σκέφτηκε να προσποιηθεί καρδιακή προσβολή ή κρίση άσθματος, αλλά ως νοσοκόμα γνώριζε ότι δύσκολα θα μπορούσε να κάνει πειστικό ένα τέτοιο επεισόδιο για αρκετή ώρα.

Επέλεξε κάτι διαφορετικό: προφασίστηκε πως ήταν έγκυος και κινδύνευε να αποβάλει. Αρχισε να υποκρίνεται ότι πονούσε έντονα. Οι δράστες ρώτησαν αν υπάρχει μεταξύ των επιβατών γιατρός. Σήκωσε το χέρι του ο Αμερικανός Ντέιβιντ Μπας, που επίσης εργαζόταν στο Ισραήλ. Οταν άρχισε να εξετάζει την Πατρίσια, εκείνη του ψιθύριζε πως δεν είχε τίποτε και ότι προσπαθούσε απλώς να βγει από το αεροπλάνο. Ο γιατρός αρχικά προσπάθησε να την αποτρέψει, θεωρώντας ότι θα ήταν ασφαλέστερη μέσα στο Airbus παρά μόνη της στη Λιβύη. Εκείνη όμως επέμενε. Συνέχισε να βογκά και να υποδύεται ότι η κατάστασή της επιδεινωνόταν. Τότε ο Μπας ανέφερε πως χρειαζόταν οπωσδήποτε νοσοκομειακή περίθαλψη.

Στο αεροπλάνο ανέβηκε μάλιστα και Λίβυος γιατρός, ο οποίος αρχικά θεώρησε ότι η γυναίκα δεν είχε τίποτε. Η Μάρτελ όμως χρησιμοποίησε υπέρ της το γεγονός ότι είχε περίοδο, πείθοντάς τον ότι αιμορραγούσε εξαιτίας επικείμενης αποβολής. Το τέχνασμα πέτυχε. Οι αεροπειρατές έκριναν τελικά ότι δεν άξιζε να αναλάβουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν μια πραγματική αποβολή μέσα στο αεροπλάνο και της επέτρεψαν να κατέβει. Πριν φύγει, η Μάρτελ πήγε μέχρι το πιλοτήριο για να πάρει πίσω το βρετανικό διαβατήριό της, το οποίο είχαν κατασχέσει οι δράστες, και στη συνέχεια επέστρεψε στη θέση της για να πάρει την τσάντα της. Καθώς περπατούσε προς την έξοδο, οι συνεπιβάτες της έσφιγγαν διαδοχικά το χέρι την ώρα που περνούσε από δίπλα τους. Ηταν ένας σιωπηλός αποχαιρετισμός αλλά και μια αυθόρμητη κίνηση αλληλεγγύης.

Οι λιβυκές αρχές τη μετέφεραν σε κλινική και εκείνη φρόντισε να επικοινωνήσει άμεσα με τον Βρετανό πρόξενο στη Βεγγάζη. Λίγο αργότερα θα της επέτρεπαν να φύγει από τη χώρα και να ταξιδέψει προς το Λονδίνο. Η Πατρίσια φθάνοντας στην πατρίδα της έδωσε στις βρετανικές και ισραηλινές υπηρεσίες τις πρώτες πληροφορίες για τα όσα συνέβαιναν στο αεροπλάνο. Πόσοι ήταν οι αεροπειρατές, ποια τα χαρακτηριστικά τους, πόσο βίαια συμπεριφέρονταν, τι όπλα είχε δει να κρατάνε.

Στο μεσοδιάστημα το αεροσκάφος με τα συνολικά 259 άτομα πλέον, επιβάτες προσωπικό και αεροπειρατές, έχει φύγει από τη Λιβύη και τις πρώτες ώρες της 28ης Ιουνίου 1976 κατευθύνεται ακόμη νοτιότερα, εκεί που ήθελαν να πάνε εξαρχής οι δράστες: στην Ουγκάντα. Το Airbus προσγειώνεται στην πόλη Εντεμπε που διαθέτει το μοναδικό διεθνές αεροδρόμιο της χώρας, δίπλα ακριβώς από τις όχθες της λίμνης Βικτώρια και περίπου 35 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, Καμπάλα. Εκεί οι τέσσερις αεροπειρατές ενισχύονται με τρεις ακόμη Παλαιστίνιους ενόπλους, επίσης μέλη της οργάνωσης «Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης», που τους περίμεναν εδώ και ώρες να φθάσουν. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη.

Εξίσου ανησυχητική για τους ομήρους όμως είναι η στάση των αρχών της Ουγκάντας. Στρατιώτες του τοπικού καθεστώτος φρόντισαν να περικυκλώσουν τον αερολιμένα δείχνοντας διάθεση συνεργασίας με τους δράστες, την ίδια ώρα που ο δικτάτορας πρόεδρος της χώρας Ιντί Αμίν Νταντά εμφανιζόταν επανειλημμένα στον χώρο παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως μεσολαβητή. Ο Νταντά είχε το προσωνύμιο «ο Χίτλερ της Αφρικής». Φημολογούνταν πως ήταν ανθρωποφάγος και η μανία του να ταπεινώνει και να βασανίζει όσους θεωρούσε εχθρούς ενίσχυε την εικόνα του αδίστακτου και σαδιστή τυράννου.

Οι αεροπειρατές ανάγκασαν τους επιβάτες να εγκαταλείψουν το Airbus προκειμένου να μεταφερθούν στο κτίριο του παλιού εγκαταλελειμμένου πρώην τερματικού σταθμού του αεροδρομίου. Ανθρωποι που λίγες ώρες νωρίτερα αδημονούσαν να φθάσουν στο Παρίσι βρίσκονταν τώρα ξαπλωμένοι ή καθισμένοι στο δάπεδο μιας βρώμικης αίθουσας, περικυκλωμένοι από ένοπλους που είχαν στρέψει τις κάνες εναντίον τους. Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» στις 29 Ιουνίου αποτύπωνε την αβεβαιότητα εκείνων των πρώτων ωρών. «Οι 230 όμηροι ζουν ώρες αγωνίας υπό την απειλή των όπλων» είναι ο τίτλος. Οι αριθμοί όσων κρατούνταν θα διορθώνονταν αρκετές φορές τις επόμενες ημέρες στα τηλεγραφήματα των διεθνών μέσων ενημέρωσης.

Την Τρίτη 29 Ιουνίου, δύο ημέρες μετά την εκδήλωση της αεροπειρατείας οι απαγωγείς ανακοινώνουν τις απαιτήσεις τους. Ζητούν λύτρα 5 εκατομμύρια δολάρια από τη Γαλλία για την επιστροφή του Airbus και την απελευθέρωση 53 Παλαιστινίων και φιλοπαλαιστίνιων κρατουμένων, που βρίσκονταν έγκλειστοι σε φυλακές στο Ισραήλ (οι 40 εξ αυτών), στη Δυτική Γερμανία (6), στην Κένυα (5 που όμως είχαν μεταφερθεί σε ανύποπτο χρόνο μυστικά στο Ισραήλ χωρίς να το γνωρίζουν οι τρομοκράτες), στη Γαλλία (1) και στην Ελβετία (1), απειλώντας ότι εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο μέχρι τις 14:00 η ώρα της 1ης Ιουλίου, θα ανατινάξουν το αεροπλάνο μαζί με τους ομήρους.

Το Ισραήλ βρισκόταν μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν του ήταν άγνωστο: θα υποχωρούσε από την πάγια γραμμή του κατά των συμφωνιών με οργανώσεις που κρατούσαν ομήρους ή θα αναζητούσε στρατιωτικές λύσεις ακόμη κι αν το περιστατικό εξελίσσεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορά του; Η Κνεσέτ, η ισραηλινή Βουλή, στα αποχαρακτηρισμένα πρακτικά της βλέπουμε να καταγράφει την αβεβαιότητα που επικρατούσε ακόμη και στην ίδια την κυβέρνηση ως προς τον αριθμό των ενόπλων, τον ρόλο των αρχών της Ουγκάντας και το εάν υπήρχε οποιαδήποτε ρεαλιστική δυνατότητα στρατιωτικής επέμβασης.

Στις 29 Ιουνίου, την ημέρα που υπέβαλαν τα αιτήματά τους, οι δράστες άρχισαν να ελέγχουν τα διαβατήρια των επιβατών, διαχωρίζοντας τους Ισραηλινούς και αρκετούς από όσους θεωρούσαν Εβραίους από τους υπόλοιπους, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και επτά Ελληνες. Ηταν μια κίνηση που υποδήλωνε πως δεν σκόπευαν να κρατήσουν μέχρι τέλους όλους τους ομήρους. Και πράγματι, την επόμενη, Τετάρτη 30 Ιουνίου, άφησαν ελεύθερους 47 ανθρώπους, κυρίως γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και ασθενείς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με αεροσκάφος της Air France στο Παρίσι. Στην πραγματικότητα είχε δοθεί άδεια αποχώρησης και σε έναν ακόμη ηλικιωμένο όμηρο, ο οποίος όμως χρειάστηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο της Ουγκάντας για λόγους υγείας.

Την 1η Ιουλίου αφέθηκαν ελεύθεροι άλλοι 101 όμηροι που επίσης μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στη γαλλική πρωτεύουσα. Στο Εντεμπε πλέον παρέμεναν κυρίως οι Ισραηλινοί, όσοι θεωρούνταν Εβραίοι και το δωδεκαμελές πλήρωμα της Air France υπό τον κυβερνήτη Μισέλ Μπακός που αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους επιβάτες. Θα έφευγε μόνο εάν αφήνονταν ελεύθεροι άπαντες. Προκειμένου να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους, οι δράστες παρατείνουν το τελεσίγραφό τους κατά τρεις ημέρες, έως τις 4 Ιουλίου, δίνοντας άθελά τους στο Ισραήλ πολύτιμο χρόνο.

Ανάμεσα στους μη Ισραηλινούς που απελευθερώθηκαν βρίσκονταν και οι επτά Ελληνες επιβάτες. Αφού μεταφέρθηκαν αρχικά στο Παρίσι μαζί με τους υπόλοιπους απελευθερωθέντες, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και στις 2 Ιουλίου έφθασαν στην Αθήνα με πτήση της Air France. Επειτα από πέντε μερόνυχτα ομηρίας ήταν πλέον σε θέση να περιγράψουν τι είχε συμβεί μέσα στο Airbus και ακολούθως στο παλιό αεροδρόμιο του Εντεμπε.

Την επομένη η «Καθημερινή» θα κατέγραφε τις μαρτυρίες τους. Να σημειωθεί πως οι δημοσιογράφοι τους περίμεναν από νωρίς στο Ελληνικό, όμως πριν μπορέσουν να τους πλησιάσουν, οι αστυνομικοί τους οδήγησαν αρχικά σε μια άλλη αίθουσα για τις απαραίτητες διαδικασίες. Οταν τελικά εμφανίστηκαν μπροστά στους εκπροσώπους του Τύπου, απέφυγαν τις πολλές λεπτομέρειες, γνωρίζοντας ότι περισσότεροι από εκατό άνθρωποι παρέμεναν ακόμη όμηροι στο Εντεμπε.

Ο Γεώργιος Κουγιουμτζόπουλος, μηχανολόγος, περιέγραψε τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο αεροσκάφος: «Ημαστε τρεις φίλοι παρέα και πηγαίναμε για να μπαρκάρουμε. Καθόμασταν στα πίσω καθίσματα. Δεν είχαμε καταλάβει τίποτα. Είδαμε μόνο τους μπροστινούς μας με τα χέρια ψηλά. Τότε καταλάβαμε ότι έγινε αεροπειρατεία» αναφέρει. Η οικογένειά του είχε περάσει τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα ώρες αγωνίας καθώς δεν είχε καμία ουσιαστική πληροφόρηση για τον άνθρωπό της. Η «Καθημερινή» είχε ήδη καταγράψει την αγωνία της συζύγου του, Λίλιας, η οποία προσπαθούσε να μάθει μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών τι είχε συμβεί στον άνδρα της.

Ακόμη πιο παραστατική ήταν η περιγραφή του Δημητρίου Μίσιρη, ανθυποπλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού. «Κατάλαβα ότι γινόταν αεροπειρατεία όταν είδα τις αεροσυνοδούς με τα χέρια ψηλά. Μετά είδα τους αεροπειρατές με τα πιστόλια και τις χειροβομβίδες στα χέρια. Κατέλαβαν το αεροπλάνο ενώ ακόμη δεν είχαμε προλάβει να λύσουμε τις ζώνες μας». Ο Μίσιρης θυμόταν τέσσερις δράστες μέσα στο αεροπλάνο: «Ενας Γερμανός, μία Γερμανίδα. Οι άλλοι δύο ήταν μελαμψοί, μπορεί να ήταν Παλαιστίνιοι», θα πει.

Στη συνέχεια περιέγραφε τις πρώτες ώρες στο Εντεμπε: «Οταν φθάσαμε στην Ουγκάντα μας έκλεισαν σε μία αίθουσα του αεροδρομίου. Ημασταν 260 περίπου άτομα ο ένας επάνω στον άλλο. Γενικώς όμως μας φέρθηκαν πολύ καλά. Για φαγητό μας έδωσαν ρύζι. Για να είμαι πιο σαφής είχαμε καλή μεταχείριση αιχμαλώτων. Μας συνόδευαν όπου κι αν χρειαζόταν να πάμε, φυσικά μέσα στο αεροπλάνο. Οσο μείναμε στο σκάφος δεν κοιμηθήκαμε ούτε εμείς οι αιχμάλωτοι, ούτε κι αυτοί. Οταν μας άφησαν μας παρέλαβαν οι αρχές του τόπου. Μας έκλεισαν σ’ έναν θάλαμο που φρουρούσαν απ’ έξω στρατιώτες. Εκεί μας επισκέφθηκε πέντε ή έξι φορές ο στρατηγός Αμίν».

Ο Χρ. Σαράντης, Α΄ μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού, ήταν ακόμη πιο συγκρατημένος, επειδή ακριβώς φοβόταν ότι οποιαδήποτε λεπτομέρεια θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο όσους είχαν μείνει πίσω. «Θα κάνω μια δήλωση εκ μέρους όλων. Θα είναι ανάλογη με τις περιστάσεις. Καταλαβαίνετε, δεν πρέπει να διακινδυνεύσουμε τη ζωή εκείνων που απέμειναν στην Ουγκάντα. […] Φτάσαμε εκεί στις 4:15 ώρα Ελλάδος. Οταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε μας πλησίασαν από κάθε πλευρά στρατιώτες καλά οπλισμένοι […] Η συμπεριφορά των αρχών της Ουγκάντας ήταν άψογη. Μας έβαλαν σ’ ένα παλιό κτίριο του Εντεμπε και εκεί παραμείναμε μέχρι που μας ελευθέρωσαν. Μας φύλαγαν εναλλάξ οι αεροπειρατές και απ’ έξω ήταν στρατιώτες οπλισμένοι σαν αστακοί. Μας μιλούσαν αγγλικά και γαλλικά».

Και πρόσθετε: «Τα διαβατήριά μας μαζί με τα πράγματά μας είναι ακόμη εκεί. Οι αεροπειρατές μας μίλησαν μόνο από το μικρόφωνο του αεροπλάνου, μας είπαν ότι αυτό γίνεται για την Παλαιστίνη, για τη δημιουργία του κράτους της Παλαιστίνης που είναι διαλυμένο. Στην Ουγκάντα μας επισκέφθηκε ο Αμίν, ο οποίος μας μίλησε για την αεροπειρατεία, για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων και μας τόνισε ότι θα ελευθερωθούμε όλοι εάν πραγματοποιηθούν αυτά που ζητούν από τα διάφορα κράτη. Ο Αμίν μας επισκέφτηκε άλλες δύο φορές και μας εξήγησε πόσο ιερός είναι αυτός ο αγώνας των Παλαιστινίων και τόνισε ότι εάν είχε συμβεί κάτι παρόμοιο στην πατρίδα του θα γινόταν κι αυτός κομάντος και ήρωας».

Την ώρα που οι επτά Ελληνες περιέγραφαν στην Αθήνα όσα είχαν ζήσει, περίπου 106 όμηροι παρέμεναν ακόμη στο Εντεμπε. Κι ενώ η προθεσμία της 4ης Ιουλίου πλησίαζε, στην Ιερουσαλήμ είχε ήδη αρχίσει να εξετάζεται μια λύση που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν ανέφικτη.

Στο Ισραήλ οι συνεδριάσεις υπό τον πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχοντας δίπλα του τον υπουργό Αμυνας Σιμόν Πέρες και μια σειρά από επιτελικά στελέχη αναζητούνται τρόποι προκειμένου να απελευθερωθούν οι όμηροι χωρίς να υπάρξουν απώλειες από την πλευρά των επιβατών ή του πληρώματος. Στις 30 Ιουνίου ο πρωθυπουργός ανέφερε χαρακτηριστικά στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Αμυνας ότι η Ουγκάντα βρισκόταν τόσο μακριά, που η παρουσία ισραηλινής δύναμης εκεί φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη αν όχι αδύνατη. Οταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Σμουέλ Ταμίρ αναρωτήθηκε εάν αεροσκάφη ή ελικόπτερα μπορούσαν καν να καλύψουν την απόσταση, ο Ράμπιν απάντησε χαρακτηριστικά: «Να φθάσουν, ναι· να επιστρέψουν, δεν ξέρω».

Η κυβέρνηση συμφώνησε να διαπραγματευθεί. Παράλληλα όμως, ο στρατός και οι υπηρεσίες πληροφοριών άρχισαν να εξετάζουν ένα σχέδιο αντίδρασης όσο ριψοκίνδυνο κι αν φαινόταν. Επρεπε να μεταφερθούν καταδρομείς σχεδόν 4.000 χιλιόμετρα μακριά, να προσγειωθούν νύχτα στο αεροδρόμιο ενός ξένου κράτους,να κινηθούν μέσα σε εγκαταστάσεις που φρουρούσε ο στρατός της Ουγκάντας, να εντοπίσουν και να απελευθερώσουν τους ομήρους και να φύγουν προτού οι δυνάμεις του δικτάτορα Ιντι Αμίν μπορέσουν να αντιδράσουν. Ακουγόταν παρανοϊκό.

J3003-SPT-94-03-003-0489

Εξαρχής η Μοσάντ είχε κινητοποιηθεί συλλέγοντας πληροφορίες από κάθε διαθέσιμη πηγή. Εξαιρετικά χρήσιμες αποδείχθηκαν οι πληροφορίες των απελευθερωμένων ομήρων που κατέθεσαν αναλυτικά όσα είχαν παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της αεροπειρατείας και της ομηρίας. Κλήθηκαν μάλιστα να δώσουν στοιχεία ακόμη και Ισραηλινοί που είχαν εργαστεί κατά καιρούς στην Ουγκάντα. Για καλή τους τύχη ο τερματικός σταθμός στο Εντεμπε είχε κατασκευαστεί από τον ισραηλινό όμιλο Solel Boneh, οπότε όσοι είχαν συμβάλει στην ανέγερσή του προσεγγίστηκαν. Βρέθηκαν σχέδια του οικοδομήματος, αναζητήθηκαν πλάνα υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, είσοδοι και έξοδοι διαφυγής, διαστάσεις, αποστάσεις της μιας αίθουσας από την άλλη, φωτογραφίες, τα πάντα.

Με βάση αυτά τα σχέδια, ο ισραηλινός στρατός, με τη βοήθεια μηχανικών και πολιτών της Solel Boneh που είχαν δουλέψει στο ίδιο το έργο, έχτισε μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα ένα πιστό, πλήρους μεγέθους ομοίωμα (ρέπλικα) βασικών τμημάτων του τερματικού σταθμού του Εντεμπε, σε στρατιωτική βάση του Ισραήλ. Εκεί, οι κομάντος έκαναν συνεχείς πρόβες σε πραγματικές συνθήκες (αιφνιδιαστική έφοδος, τυφλά σημεία κ.τ.λ.) πριν επιβιβαστούν στα αεροπλάνα για την πραγματική αποστολή. Τα κρατικά Αρχεία του Ισραήλ δημοσίευσαν φέτος μια νέα σειρά εγγράφων, πρακτικών, τηλεφωνικών συνομιλιών και φωτογραφιών από εκείνες τις ημέρες προετοιμασίας της επιχείρησης, αποκαλύπτοντας πόσο αβέβαιο παρέμενε το εγχείρημα μέχρι την τελευταία στιγμή.

Το Σάββατο 3 Ιουλίου, στις 11.15 το πρωί, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) Μορντεχάι «Μότα» Γκουρ παρουσίασε στον Ράμπιν το τελικό σχέδιο. Εκτίμησε ότι υπήρχαν «πολύ καλές πιθανότητες» επιτυχίας. Στις 14.00 το σχέδιο παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίθηκε ομόφωνα. Περίπου μία ώρα αργότερα ο Ράμπιν έδωσε την εντολή: «Ας απογειωθούν οι δυνάμεις».

Τέσσερα μεταγωγικά αεροσκάφη C-130 Hercules αναχώρησαν με περίπου εκατό ειδικά εκπαιδευμένους άνδρες, οχήματα, ιατρικό προσωπικό, βαρύ οπλισμό και εξοπλισμό. Στο πρώτο βρισκόταν η κύρια ομάδα κρούσης της επίλεκτης ομάδας Sayeret Matkal, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Γιονάταν «Γιόνι» Νετανιάχου, αδελφό του σημερινού πρωθυπουργού της χώρας. Στο εσωτερικό του ίδιου μεταγωγικού βρισκόταν μεταξύ άλλων και μία μαύρη Mercedes. Το σχέδιο προέβλεπε ότι το πολυτελές αυτοκίνητο, συνοδευόμενο από δύο τζιπ Land Rover που επίσης είχαν φορτωθεί, θα έδινε την εντύπωση ότι στο αεροδρόμιο είχε φθάσει αυτοκινητοπομπή του Ιντι Αμίν. Οι Ισραηλινοί χρειάζονταν μόνο λίγα δευτερόλεπτα σύγχυσης. Σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, μερικά δευτερόλεπτα μπορούσαν να κρίνουν τη ζωή εκατοντάδων ανθρώπων.

Η πτήση έπρεπε να γίνει με αυστηρούς περιορισμούς στις επικοινωνίες του πιλοτηρίου και σε πολύ χαμηλό ύψος για να μην εντοπιστούν από τα ραντάρ των εχθρικών αραβικών χωρών και της ανατολικής Αφρικής. Τα τέσσερα Hercules κινήθηκαν νοτιοανατολικά, ακολουθώντας για μεγάλο μέρος της διαδρομής τον άξονα της Ερυθράς Θάλασσας και με μεγάλη προσοχή προκειμένου να περιορίσουν τον κίνδυνο εντοπισμού τους από τα ραντάρ της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και του Σουδάν.

Κοντά στη νότια έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας άλλαξαν πορεία, πέρασαν πάνω από την Αιθιοπία και στη συνέχεια τη δυτική Κένυα. Από εκεί κατευθύνθηκαν πάνω από τη λίμνη Βικτώρια και, έχοντας διανύσει περισσότερα από 3.500 χιλιόμετρα, προσέγγισαν το Εντεμπε, στις βόρειες όχθες της. Η Κένυα είχε κομβικό ρόλο στο σχέδιο, καθώς είχε συμφωνήσει να επιτρέψει τον ανεφοδιασμό των ισραηλινών αεροσκαφών στο Ναϊρόμπι κατά την επιστροφή τους, αλλιώς θα ξέμεναν από καύσιμα. Οπότε είχαν γίνει εγκαίρως οι απαραίτητες συνεννοήσεις. Παράλληλα, δύο Boeing 707 υποστήριζαν την αποστολή: το ένα λειτουργούσε ως κέντρο διοίκησης και ελέγχου, ενώ το δεύτερο, διαμορφωμένο ως ιπτάμενο νοσοκομείο, είχε προσγειωθεί στο Ναϊρόμπι, την πρωτεύουσα της Κένυας, για την περίθαλψη τυχόν τραυματιών.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 3ης προς την 4η Ιουλίου, το πρώτο μεταγωγικό Hercules πλησίασε το αεροδρόμιο του Εντεμπε χωρίς φώτα. Στις 23.01 το αεροσκάφος ακούμπησε στο έδαφος, μόλις ένα λεπτό αργότερα από την ώρα που προέβλεπε το σχέδιο, χωρίς να έχει γίνει αντιληπτό ότι μετέφερε ισραηλινή δύναμη κρούσης. Η πίσω ράμπα άνοιξε και από το σκοτεινό εσωτερικό του Hercules βγήκαν πρώτα η μαύρη Mercedes και τα δύο Land Rover.

Τα τρία οχήματα άναψαν τα φώτα τους και άρχισαν να κατευθύνονται προς τον παλιό τερματικό σταθμό που βρίσκονταν οι όμηροι. Μια απόσταση περίπου ενάμισι χιλιομέτρου. Η Mercedes προπορευόταν και τα δύο τζιπ ακολουθούσαν, σχηματίζοντας μια μικρή αυτοκινητοπομπή που έμοιαζε με εκείνη του δικτάτορα Ιντι Αμίν. Οι καταδρομείς είχαν σαφή εντολή να μην ανοίξουν πυρ πριν φθάσουν στο κτίριο όπου κρατούνταν οι επιβάτες. Χρειάζονταν τον απόλυτο αιφνιδιασμό: εάν οι αεροπειρατές αντιλαμβάνονταν εγκαίρως τι συνέβαινε, θα είχαν χρόνο να στραφούν εναντίον των αιχμαλώτων.

Για λίγες στιγμές το τέχνασμα φαίνεται να λειτουργεί. Η αυτοκινητοπομπή πλησιάζει το παλιό κτίριο με σταθερή ταχύτητα. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια που οι Ισραηλινοί αγνοούν: ο Ιντι Αμίν έχει πρόσφατα αντικαταστήσει τη μαύρη Mercedes που χρησιμοποιούσε, με μια λευκή. Σύμφωνα με μεταγενέστερες καταγραφές, οι Ουγκαντέζοι φρουροί το γνωρίζουν καλά κι έτσι η μαύρη λιμουζίνα που πλησιάζει αρχίζει να τους κινεί τις υποψίες.

Οταν η Mercedes πλησιάζει στον παλιό πύργο ελέγχου, ένας στρατιώτης σηκώνει το όπλο προκειμένου να σταματήσει η αυτοκινητοπομπή για έλεγχο. Οι Ισραηλινοί ανοίγουν πυρ. Η σιωπηλή προσέγγιση μόλις είχε τελειώσει. Ακολουθούν απανωτί πυροβολισμοί από την πλευρά των φρουρών. Οι άνδρες της ομάδας κρούσης εγκαταλείπουν τα οχήματα. Τα τελευταία μέτρα μέχρι τον τερματικό σταθμό τα διανύουν τρέχοντας με τα όπλα στα χέρια.

Την ίδια ώρα, το δεύτερο Hercules πλησιάζει την πίστα και προσγειώνεται έξι λεπτά μετά το πρώτο. Ακολουθούν και τα υπόλοιπα μεταγωγικά, μεταφέροντας τις δυνάμεις που θα αναλάβουν την περίμετρο του αεροδρομίου και την αντιμετώπιση των δυνάμεων του στρατού. Η επιχείρηση έχει μετατραπεί σε έναν αγώνα ταχύτητας. Οι αεροπειρατές πρέπει να εξουδετερωθούν πριν προλάβουν να αντιληφθούν πλήρως τι συμβαίνει στον αερολιμένα και, κυρίως, πριν στρέψουν τα όπλα τους εναντίον των ομήρων.

Καθώς οι Ισραηλινοί πλησιάζουν στο κτίριο με τους επιβάτες, ο επικεφαλής της επίλεκτης ομάδας τους, Γιονάταν Νετανιάχου, δέχεται πυρά από ριπή Καλάσνικοφ στο στήθος. Το τραύμα θα αποδειχθεί θανατηφόρο. Οι περισσότεροι άνδρες της Sayeret Matkal δεν αντιλαμβάνονται εκείνη τη στιγμή πόσο σοβαρά έχει χτυπηθεί ο διοικητής τους και συνεχίζουν προς το εσωτερικό. Μεταγενέστερες μαρτυρίες των ίδιων των καταδρομέων περιγράφουν ότι τον είδαν να πέφτει καθώς έτρεχαν προς το τερματικό, χωρίς να γνωρίζουν εάν είχε απλώς σκοντάψει ή είχε δεχθεί σφαίρα.

Μέσα στην αίθουσα οι όμηροι ακούνε πρώτα τους πυροβολισμούς και ύστερα φωνές από μεγάφωνο στα εβραϊκά και στα αγγλικά: «Μείνετε κάτω! Είμαστε Ισραηλινοί στρατιώτες!». Οι περισσότεροι πέφτουν αμέσως στο δάπεδο. Μέσα στη σύγχυση, όμως, ο 19χρονος Ζαν-Ζακ Μαϊμονί σηκώνεται απότομα και οι καταδρομείς τον εκλαμβάνουν λανθασμένα ως ένοπλο. Πυροβολείται και σκοτώνεται. Λίγο αργότερα τραυματίζεται θανάσιμα και ο 52χρονος επιβάτης Πάσκο Κοέν, ενώ η 56χρονη Ιντα Μπορόβιτς πέφτει επίσης νεκρή μέσα στην ανταλλαγή πυρών. Οι Ισραηλινοί εξουδετερώνουν τους πρώτους αεροπειρατές και, όταν πληροφορούνται ότι υπάρχουν κι άλλοι σε διπλανό χώρο, συνεχίζουν αμέσως προς τα εκεί. Μέσα σε 6 λεπτά κείτονται νεκροί και οι επτά δράστες.

Η μάχη όμως δεν έχει τελειώσει. Εξω από το κτίριο Ουγκαντέζοι στρατιώτες ανοίγουν πυρ από διάφορα σημεία του αεροδρομίου, μεταξύ αυτών και από την περιοχή του πύργου ελέγχου. Οι ισραηλινές δυνάμεις ανταποδίδουν, ενώ άλλες ομάδες που έχουν στο μεταξύ αποβιβαστεί από τα επόμενα μεταγωγικά Hercules αναπτύσσονται γύρω από το τερματικό σταθμό και ασφαλίζουν τις προσβάσεις. Ο Γιονάταν Νετανιάχου, βαριά τραυματισμένος, μεταφέρεται προς τα αεροσκάφη. Δεν θα επιζήσει. Ηταν ο μοναδικός Ισραηλινός στρατιωτικός που έχασε τη ζωή του στην επιχείρηση.

Οι Ισραηλινοί κατέστρεψαν επίσης ουγκαντέζικα πολεμικά αεροσκάφη που βρίσκονταν στο έδαφος, ώστε να περιορίσουν τη δυνατότητα καταδίωξης των μεταγωγικών. Οι όμηροι επιβιβάζονται βιαστικά στα Hercules και τα αεροσκάφη απογειώνονται με προορισμό την Κένυα για ανεφοδιασμό και περίθαλψη των τραυματιών. Σύμφωνα με τον απολογισμό, 102 άνθρωποι διασώθηκαν, 1 ένστολος έχασε τη ζωή του, 3 επιβάτες σκοτώθηκαν κατά την έφοδο, ενώ μια ακόμη όμηρος, η 74χρονη Ντόρα Μπλοχ, είχε μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες στο νοσοκομείο Μουλάγκο της Καμπάλα, καθώς κινδύνευσε να πνιγεί με ένα κόκαλο κοτόπουλου. Μετά την επιχείρηση, απήχθη από το νοσοκομείο όταν εισέβαλαν στο δωμάτιό της άνθρωποι του καθεστώτος Αμίν και δολοφονήθηκε. Μόλις 58 λεπτά μετά την άφιξη του πρώτου Hercules, τα ισραηλινά μεταγωγικά εγκαταλείπουν το Εντεμπε με τους απελευθερωμένους ομήρους.

Το πρωί της 4ης Ιουλίου οι εικόνες των απελευθερωμένων ομήρων έκαναν τον γύρο του κόσμου. Στην Ιερουσαλήμ ο Ράμπιν δήλωσε στην Κνεσέτ ότι η επιχείρηση «θα αποτελέσει θέμα μελέτης, ποίησης και θρύλου», ενώ ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν συνεχάρη δημόσια τον πολιτικό του αντίπαλο.

Δύο ημέρες αργότερα, στις 6 Ιουλίου 1976, η «Καθημερινή» αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης σελίδας της στα γεγονότα του Εντεμπε. Πάνω από τον κεντρικό τίτλο χαρακτήριζε την επιδρομή «τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση “κομμάντος” που έγινε ποτέ», ενώ ο βασικός τίτλος αποτύπωνε ακριβώς την αντίφαση των διεθνών αντιδράσεων: «Θαυμασμός και επικρίσεις για την ισραηλινή επιδρομή». Για πολλούς η νυχτερινή επιχείρηση ήταν ένα εντυπωσιακό στρατιωτικό κατόρθωμα. Για άλλους όμως αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους.

Η υπόθεση έφθασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου η Ουγκάντα που «έχασε» στη μάχη 45 στρατιώτες, κατηγόρησε το Ισραήλ για επίθεση στο έδαφός της, ενώ η ισραηλινή πλευρά αντέτεινε ότι το καθεστώς του Ιντι Αμίν ήταν αυτό που είχε προσφέρει υποστήριξη στους αεροπειρατές. Εν τέλει, δεν υιοθετήθηκε απόφαση καταδίκης του Ισραήλ.

Η ίδια η επιχείρηση είχε αρχικά την κωδική ονομασία «Thunderbolt» («Κεραυνός»). Σύντομα όμως μετονομάστηκε σε «Επιχείρηση Γιονάταν», στη μνήμη του διοικητή της επίλεκτης μονάδας των Ισραηλινών, Γιονάταν Νετανιάχου. Στην παγκόσμια ιστορία ωστόσο, έμεινε κυρίως με το όνομα του τόπου όπου εκτυλίχθηκε: «Επιχείρηση Εντεμπε».