Το Εφετείο της Μπολόνια έκρινε δυσανάλογη την απόλυση του εργαζομένου, καθώς η εταιρεία είχε αποδεχθεί επί χρόνια ότι δεν θα συμμετείχε σε αποστολές που απαιτούσαν αεροπορικά ταξίδια.
Ο Τζουζέπε Καπολουόνγκο, εργαζόμενος σε ιταλική εταιρεία από το 2002, απολύθηκε επειδή αρνήθηκε αρχικά να προχωρήσει στην έκδοση διαβατηρίου για πιθανά επαγγελματικά ταξίδια. Ο λόγος ήταν ότι φοβόταν τις πτήσεις, κάτι που είχε ήδη εξηγήσει στην επιχείρηση και είχε οδηγήσει σε μια συμφωνία που τηρούνταν για περισσότερο από μία δεκαετία.
Η υπόθεση έφτασε στο Εφετείο της Μπολόνια, το οποίο έκρινε ότι η απόλυση ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργαζομένου. Με την απόφασή του, το δικαστήριο υποχρέωσε την εταιρεία να του καταβάλει 52.349,20 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 20 μηνιαίους μισθούς, ενώ προβλέπονται επιπλέον ποσά για την προειδοποίηση απόλυσης, τους τόκους και τις αναπροσαρμογές.
Η ιστορία ξεκίνησε το 2011, όταν προέκυψε το ενδεχόμενο να σταλεί ο Καπολουόνγκο για επαγγελματικό ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο εργαζόμενος είχε ήδη ενημερώσει την εταιρεία για την αεροφοβία του και είχε προσκομίσει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Με την παρέμβαση εκπροσώπου του συνδικάτου Fiom, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία: ο ίδιος θα εξαιρούνταν από αποστολές που απαιτούσαν αεροπορικά ταξίδια.
Για τα επόμενα 12 χρόνια και πλέον, η συμφωνία εφαρμόστηκε στην πράξη. Ο εργαζόμενος δεν χρειάστηκε να πραγματοποιήσει τέτοια ταξίδια, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι η εταιρεία είχε αποδεχθεί τον συγκεκριμένο περιορισμό στο πλαίσιο της εργασίας του.
Η κατάσταση άλλαξε όταν η επιχείρηση τού ζήτησε να εκδώσει διαβατήριο, ώστε να είναι διαθέσιμος για ενδεχόμενες αποστολές στο εξωτερικό. Ο Καπολουόνγκο αρχικά αρνήθηκε, επικαλούμενος τον φόβο του για τις πτήσεις. Η εταιρεία αντιμετώπισε την άρνηση ως πειθαρχικό ζήτημα και τελικά προχώρησε στην απόλυσή του.
Η υπόθεση είχε αρχικά κριθεί διαφορετικά από κατώτερο δικαστήριο, το οποίο είχε θεωρήσει νόμιμη την απόλυση. Η απόφαση ανατράπηκε στο Εφετείο, όπου εξετάστηκαν οι ειδικές συνθήκες της υπόθεσης και, κυρίως, η μακροχρόνια πρακτική που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι δικαστές δεν έκριναν ότι η εταιρεία δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση διαβατηρίου ή ότι η άρνηση του εργαζομένου δεν μπορούσε να έχει πειθαρχικές συνέπειες. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι ο εργοδότης είχε αποδεχθεί επί περισσότερα από δώδεκα χρόνια πως ο συγκεκριμένος υπάλληλος δεν θα αναλάμβανε αποστολές που απαιτούσαν αεροπορικές μετακινήσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο εργαζόμενος μπορούσε εύλογα να θεωρεί ότι η συμφωνία εξακολουθούσε να ισχύει. Το δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά του μπορούσε να αξιολογηθεί πειθαρχικά, αλλά δεν δικαιολογούσε το αυστηρότερο μέτρο της απόλυσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις.
Ενώ καθοριστική ήταν και η στάση του ίδιου κατά τη διάρκεια της διαφωνίας. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, Αλμπέρτο Πιτσίνι, ο Καπολουόνγκο είχε τελικά δηλώσει στην εταιρεία ότι θα της έδινε το διαβατήριο, εφόσον χρειαζόταν. Παρ’ όλα αυτά, απολύθηκε την επόμενη ημέρα.

















