Σαν σήμερα το 1972, στις 21 Οκτωβρίου, ένα αεροσκάφος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που εκτελεί το δρομολόγιο Κέρκυρα – Αθήνα, συντρίβεται στη θάλασσα ανοιχτά της Βούλας, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Από τους 53 επιβαίνοντες, 37 χάνουν τη ζωή τους και 16 καταφέρνουν να σωθούν. Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα που δημοσιεύονται στον Τύπο της εποχής, τα θύματα δεν σκοτώθηκαν από την πρόσκρουση, αλλά πνίγηκαν.
Το βράδυ εκείνου του Σαββάτου, το δικινητήριο NAMC YS-11A, ιαπωνικής κατασκευής, απογειώνεται από την Κέρκυρα στις 19:55, μεταφέροντας 49 επιβάτες και τέσσερα μέλη πληρώματος με προορισμό το Ελληνικό.
Η πτήση πραγματοποιείται με άσχημες καιρικές συνθήκες. Καταιγίδες και αναταράξεις δυσκολεύουν την προσέγγιση, ενώ ο ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας χάνει επανειλημμένα το στίγμα του αεροσκάφους στο ραντάρ.
Καθώς η πτήση 506 πλησιάζει στο αεροδρόμιο, ο Πύργος Ελέγχου συνεχίζει να δίνει οδηγίες στον κυβερνήτη, Πάτροκλο Θωμαδάκη. Το αεροσκάφος κατευθύνεται προς τον διάδρομο 33. Σύμφωνα με τους διαλόγους που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, ο κυβερνήτης αναφέρει: «Αυτή τη στιγμή μπαίνω στο σύννεφο. Μόλις βγω προσγειώνομαι αμέσως».
Λίγο αργότερα, το στίγμα του εξαφανίζεται. Ο ελεγκτής προσπαθεί να επικοινωνήσει ξανά: «Ολυμπιακή 506, πού είσαι; Δεν σε βλέπω». Δεν παίρνει απάντηση. Το αεροσκάφος έχει ήδη προσκρούσει στη θάλασσα, περίπου 250 μέτρα από την ακτή.
Η σύγκρουση προκαλεί μεγάλα ρήγματα στην άτρακτο και το νερό εισβάλλει στο εσωτερικό. Αρκετοί επιβάτες δεν προλαβαίνουν να λύσουν τις ζώνες ασφαλείας τους και βρίσκονται αργότερα νεκροί, ακόμη δεμένοι στα καθίσματά τους.
Ο Μιχάλης Κανταρτζόπουλος, ένας από τους επιζώντες, περιγράφει ότι λίγο πριν από την πρόσκρουση είδε από το παράθυρο τα φώτα της Βούλας ψηλότερα από το αεροσκάφος. Μετά τη σύγκρουση καταφέρνει να βγει από την πίσω πόρτα. Στη θάλασσα, τα μεγάλα κύματα, η βροχή και η κηροζίνη που έχει χυθεί δυσκολεύουν το κολύμπι.
Ένας άλλος επιζών, ο ζωγράφος Νίκος Στεφάνου, βγάζει τα ρούχα του για να κολυμπήσει ευκολότερα και φτάνει στην ακτή έπειτα από περίπου 20 λεπτά. Κατευθύνεται στο ΠΙΚΠΑ της Βούλας, όπου ειδοποιεί τις νοσοκόμες για την πτώση του αεροσκάφους. Το αεροπλάνο βυθίζεται σε βάθος περίπου 12 μέτρων.
Το πόρισμα των πραγματογνωμόνων αποδίδει ευθύνες στον κυβερνήτη. Μεταξύ άλλων, του καταλογίζονται λανθασμένοι χειρισμοί κατά την κάθοδο, ανεπαρκής έλεγχος των οργάνων και καθυστέρηση στην εγκατάλειψη της προσπάθειας προσγείωσης.
Ο Θωμαδάκης, που έχει επιζήσει, παραπέμπεται σε δίκη για ανθρωποκτονίες και σωματικές βλάβες από αμέλεια. Υποστηρίζει ότι τα διαθέσιμα μετεωρολογικά στοιχεία και οι πληροφορίες για τη βαρομετρική πίεση δεν ήταν επαρκή.
Τον Σεπτέμβριο του 1974, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών τον αθωώνει, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκαν παραλείψεις ή εσφαλμένες ενέργειές του. Ο κυβερνήτης υποδέχεται την απόφαση με δάκρυα, ενώ το ακροατήριο χειροκροτεί.
Η ακριβής αιτία της συντριβής δεν εξακριβώνεται οριστικά. Η έρευνα διαπιστώνει ότι το αεροσκάφος είχε κατέβει κάτω από το ασφαλές ύψος προσέγγισης, χωρίς όμως να αποσαφηνιστεί πλήρως τι οδήγησε σε αυτή την κάθοδο.




















