Στις πρώτες πέντε ευρωπαϊκές χώρες βρέθηκε η Ελλάδα για την ποιότητα των νερών στις παραλίες και τις λίμνες, έπειτα από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης, πάνω από το 85% των περιοχών κολύμβησης που αποτέλεσαν αντικείμενο παρακολούθησης σε ολόκληρη την Ευρώπη το 2016, πληρούν τα αυστηρότερα πρότυπα «εξαιρετικής ποιότητας». Αυτό σημαίνει ότι κατά μεγάλο ποσοστό είναι απαλλαγμένες από ρύπους επιβλαβείς για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, όπως επισημαίνει ο ΕΟΠ στην ανακοίνωσή του.

Ειδικότερα, το 97% των υδάτων που ελέγχθηκαν στην Ελλάδα κρίθηκε εξαιρετικό με μόνο το Λουξεμβούργο, την Κύπρο και τη Μάλτα να έχουν υψηλότερα ποσοστά.

Αντίθετα, «ανεπαρκής» κρίθηκε το 2016 η ποιότητα των υδάτων στο 1,5 % (1,4 % για τις χώρες της ΕΕ) των περιοχών κολύμβησης. Μεταξύ των κολυμβητικών περιόδων του 2015 και του 2016, ο απόλυτος αριθμός των υδάτων κολύμβησης που χαρακτηρίστηκαν «ανεπαρκούς ποιότητας» μειώθηκε, από 383 σε 318 (από 349 σε 302 για τις χώρες της ΕΕ).

Οι χώρες με τον υψηλότερο αριθμό περιοχών κολύμβησης με ύδατα «ανεπαρκούς ποιότητας» ήταν η Ιταλία (100 περιοχές κολύμβησης ή ποσοστό 1,8 %), η Γαλλία (82 περιοχές κολύμβησης ή 2,4 %) και η Ισπανία (39 περιοχές ή 1,8 %).

Κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης συλλέχθηκαν αναλύσεις δειγμάτων υδάτων από περισσότερες από 21.000 παράκτιες και εσωτερικές περιοχές κολύμβησης με αποτέλεσμα να προκύπτει μια καλή ένδειξη των περιοχών που αναμένεται να έχουν την υψηλότερη ποιότητα υδάτων κολύμβησης αυτό το καλοκαίρι. Τα δείγματα των υδάτων κολύμβησης που συλλέγονται παρακολουθούνται για περιττωματική μόλυνση από λύματα και κτηνοτροφικά απόβλητα.

Το 2016, το 96,3 % των περιοχών πληρούσαν τις ελάχιστες απαιτήσεις «επαρκούς ποιότητας» που ορίζονται στην οδηγία της ΕΕ περί υδάτων κολύμβησης, ένα ποσοστό ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 96,1 % που καταγράφηκε το 2015. Πάνω από το 85% (85,5) των περιοχών κολύμβησης πληρούσαν τα αυστηρότερα πρότυπα «εξαιρετικής ποιότητας» των υδάτων που ορίζονται στην οδηγία, σε αντίθεση με το ποσοστό 84,4% το 2015.