Η Boeing εκτιμά πως οι αεροπορικές εταιρείες παγκοσμίως θα χρειαστούν 43.600 νέα αεροσκάφη μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες, με κύριες κινητήριες δυνάμεις την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία, περιοχές όπου η αυξανόμενη ευημερία μεταφράζεται σε περισσότερους επιβάτες και ταξίδια.

Παρά τις αισιόδοξες προοπτικές, η πρόβλεψη είναι ελαφρώς περιορισμένη σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει το Bloomberg, το 2023 η εταιρεία είχε κάνει λόγο για 43.975 νέα αεροσκάφη – υποχώρηση που σχετίζεται με τις χαμηλότερες προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.

Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, όπως οι εμπορικές εντάσεις και οι γεωπολιτικές αναταραχές, η αεροπορική βιομηχανία έχει αποδειχθεί ανθεκτική, ξεπερνώντας ακόμα και την παγκόσμια κρίση του κορονοϊού, η οποία είχε καθηλώσει στόλους παγκοσμίως. «Στο τέλος της ημέρας, η αγορά μας έχει αποδειχθεί ανθεκτική και αναπτυσσόμενη βιομηχανία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ντάρεν Χουλστ, αντιπρόεδρος εμπορικής αγοράς της Boeing.

Σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της εταιρείας, ο συνολικός στόλος εμπορικών αεροσκαφών αναμένεται να φτάσει τα 49.600 έως το 2044. Την ίδια ώρα, περισσότερα από τα μισά αεροσκάφη θα επιχειρούν από αεροπορικές εταιρείες σε αναδυόμενες αγορές, έναντι περίπου 40% σήμερα.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα αεροσκάφη μονού διαδρόμου, τα οποία θα αποτελούν το 72% του παγκόσμιου στόλου μέχρι το 2044 – ποσοστό αυξημένο από το 66% που ισχύει σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Boeing.

Η απότομη άνοδος των αεροπορικών ταξιδιών μετά την πανδημία έχει φέρει πίεση στις αλυσίδες παραγωγής. Όπως σημειώνεται, οι ρυθμοί κατασκευής αεροσκαφών στενής ατράκτου, όπως τα μοντέλα A320neo της Airbus και 737 Max της Boeing, υπολείπονται της ζήτησης. Οι κατασκευαστές έχουν παραδώσει περίπου 1.500 αεροσκάφη λιγότερα απ’ ό,τι είχαν προγραμματίσει.

Το έλλειμμα στην παραγωγή ενδέχεται να συνεχιστεί. «Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ προσφοράς και ζήτησης θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των κατασκευαστών αεροσκαφών να επιστρέψουν στα επίπεδα παράδοσης πριν από την πανδημία, και στη συνέχεια να τα ξεπεράσουν μεσοπρόθεσμα», σημείωσε ο Χουλστ. «Και αυτό πιθανότατα θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δεκαετίας».