Αναστάτωση αναμένεται από την Τρίτη 31/03 στον έλεγχο διαβατηρίων του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος», εξαιτίας εφαρμογής νέας διαδικασίας καταγραφής για επιβάτες εκτός Ζώνης Σένγκεν.
Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών προειδοποιεί τους ταξιδιώτες να φτάνουν τουλάχιστον 2,5 ώρες πριν από την αναχώρηση της πτήσης, καθώς η καθυστέρηση στον έλεγχο διαβατηρίων μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια πτήσης.
Η Ελλάδα ανήκει στη Ζώνη Σένγκεν μαζί με τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός Κύπρου και Ιρλανδίας, ενώ στη Ζώνη περιλαμβάνονται και η Ελβετία, η Νορβηγία, το Λιχτενστάιν και η Ισλανδία. Το ζήτημα αφορά επιβάτες με διαβατήρια τρίτων χωρών, οι οποίοι από την Τρίτη 30/03 θα υποβάλλονται σε διαφορετική διαδικασία καταγραφής κατά τη διέλευση των συνόρων. Συγκεκριμένα, θα φωτογραφίζονται και θα λαμβάνονται τα δακτυλικά αποτυπώματα τους ψηφιακά.
Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται από την αστυνομία κατά τον έλεγχο των διαβατηρίων, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει καθυστερήσεις και για τους επιβάτες από χώρες Σένγκεν. Για παράδειγμα:
- Επιβάτης με διαβατήριο εκτός Σένγκεν που εισέρχεται στην Ελλάδα υποβάλλεται σε καταγραφή των βιομετρικών του στοιχείων. Θεωρητικά, η αστυνομία μπορεί να διαθέσει πρόσθετο προσωπικό και ξεχωριστές ουρές για να μην επηρεάζεται η ροή των επιβατών εντός Σένγκεν.
- Επιβάτης με διαβατήριο τρίτης χώρας που αναχωρεί από την Ελλάδα θα περάσει και πάλι από καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων και προσώπου. Στην αναχώρηση, ωστόσο, ο διαχωρισμός των επιβατών καθίσταται δυσκολότερος, αυξάνοντας τον κίνδυνο καθυστερήσεων για όλους.
Όπως επισημαίνει ο ΔΑΑ, οι καταγραφές αυτές εφαρμόζονται σταδιακά σύμφωνα με τον κανονισμό 2017/2226 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το νέο σύστημα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2025 και η πλήρης εφαρμογή του για επιβάτες εκτός Σένγκεν προγραμματίστηκε για την Τρίτη 30/03/2026.
Η νέα μέθοδος καταγραφής ατομικών και βιομετρικών στοιχείων για βραχυχρόνιες διαμονές έως 90 ημέρες έχει σχεδιαστεί για να αντικαταστήσει τη σφράγιση διαβατηρίου. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΔΑΑ, «τουλάχιστον κατά την περίοδο αρχικής εφαρμογής της, είναι χρονοβόρα και ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική καθυστέρηση στη ροή των επιβατών κατά τον διαβατηριακό τους έλεγχο».
























