Η αμερικανική χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρεία Spirit Airlines προχώρησε το Σάββατο στη διακοπή των πτήσεών της, εξελισσόμενη στο πρώτο μεγάλο «θύμα» του κλάδου των αερομεταφορών που συνδέεται με τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, η εταιρεία δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη των πιστωτών για ένα σχέδιο διάσωσης με κρατική στήριξη, γεγονός που οδήγησε στην παύση των δραστηριοτήτων της.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στον σημαντικό διπλασιασμό των τιμών των καυσίμων αεροσκαφών κατά τη διάρκεια της δίμηνης πολεμικής σύρραξης, πίεση που αποδείχθηκε καθοριστική για την οικονομική βιωσιμότητα της εταιρείας και εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Παράλληλα, η κατάρρευση της Spirit αποτελεί πλήγμα και για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε εισηγηθεί πακέτο διάσωσης ύψους 500 εκατ. δολαρίων, πρόταση που συνάντησε αντιδράσεις τόσο από συνεργάτες του όσο και από μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Κογκρέσο.
Η Spirit Airlines ήταν μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες χαμηλού κόστους στις ΗΠΑ, με μερίδιο που στο παρελθόν έφτανε περίπου το 5% των εγχώριων πτήσεων, συμβάλλοντας στη διατήρηση χαμηλών τιμών εισιτηρίων σε ανταγωνιστικές αγορές.
Όπως προκύπτει από τις συζητήσεις, συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου ολοκληρώθηκε χωρίς συμφωνία για τη διάσωση της εταιρείας. «Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες της εταιρείας, η πρόσφατη σημαντική αύξηση των τιμών του πετρελαίου και άλλες πιέσεις που ασκούνται στην επιχείρηση έχουν επηρεάσει σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές της Spirit», ανέφερε η εταιρεία, γνωστοποιώντας τη «σταδιακή παύση των δραστηριοτήτων της».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, δήλωσε την Παρασκευή (30/04) ότι ο Λευκός Οίκος είχε καταθέσει τελική πρόταση διάσωσης, μετά το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για χρηματοδοτικό πακέτο 500 εκατ. δολαρίων που θα επέτρεπε τη συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας κατά τη διάρκεια της χρεοκοπίας.
«Αν μπορούμε να τους βοηθήσουμε, θα το κάνουμε, αλλά εμείς πρέπει να έχουμε προτεραιότητα», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους. «Αν μπορούσαμε να το κάνουμε, θα το κάναμε, αλλά μόνο αν είναι μια καλή συμφωνία».
Η κατάρρευση της εταιρείας αναδεικνύει τις επιπτώσεις που έχει η ενεργειακή κρίση στον κλάδο, με τις πιο ευάλωτες αεροπορικές να βρίσκονται αντιμέτωπες με έντονη οικονομική πίεση.
Το επιχειρησιακό σχέδιο αναδιάρθρωσης της Spirit βασιζόταν σε τιμή καυσίμων περίπου 2,24 δολάρια ανά γαλόνι για το 2026 και 2,14 δολάρια για το 2027. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη Απριλίου οι τιμές είχαν εκτοξευθεί στα 4,51 δολάρια, καθιστώντας μη βιώσιμη τη λειτουργία χωρίς νέα χρηματοδότηση.
Ο υπουργός Μεταφορών Σον Ντάφι ανέφερε ότι έγιναν προσπάθειες εξεύρεσης αγοραστή, χωρίς αποτέλεσμα. «Γιατί να την εξαγοράσει κάποιος;» δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ανάλογη ήταν και η τοποθέτησή του: «Γιατί να την εξαγοράσει κάποιος; Αν κανείς άλλος δεν θέλει να την αγοράσει, γιατί να την αγοράσουμε εμείς;».
Στελέχη της αγοράς σημειώνουν ότι, παρά τις προσπάθειες στήριξης, η εταιρεία δεν μπορούσε να ανακάμψει. «Η κυβέρνηση Τραμπ κατέβαλε εξαιρετικές προσπάθειες για να σώσει τη Spirit, αλλά δεν μπορείς να αναστήσεις ένα πτώμα. Με δεδομένο αυτό, η εταιρεία θα πρέπει να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της, για το καλό των πελατών και των εργαζομένων της».
Στις αγορές, η μετοχή της Spirit σημείωσε πτώση 25% την Παρασκευή (30/04), ενώ αντίθετα οι ανταγωνίστριες εταιρείες Frontier Airlines και JetBlue Airways κατέγραψαν άνοδο 10% και 4% αντίστοιχα.
Η εταιρεία είχε ήδη συμφωνήσει με δανειστές για έξοδο από δεύτερη πτώχευση την άνοιξη ή τις αρχές καλοκαιριού, ωστόσο η εκτίναξη των τιμών καυσίμων ανέτρεψε πλήρως τον σχεδιασμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της Cirium, η Spirit είχε προγραμματίσει 4.119 πτήσεις εσωτερικού μεταξύ 1ης και 15ης Μαΐου (01/05–15/05), με συνολικά 809.638 διαθέσιμες θέσεις.






















