Ένα σημαντικό βήμα προς το μέλλον των αερομεταφορών εκτιμά η NASA ότι αποτελεί το πειραματικό αεροσκάφος X-59, γνωστό και ως «Γιος του Κονκόρντ». Το νέο αεροσκάφος κατάφερε στις δοκιμές να φτάσει ταχύτητα 1,4 Mach, ενισχύοντας τις προσδοκίες για υπερηχητικές επιβατικές πτήσεις χωρίς τους χαρακτηριστικούς εκκωφαντικούς κρότους.
Το X-59, που αναπτύχθηκε από τη NASA, έσπασε το φράγμα του ήχου χωρίς να προκαλέσει τον ισχυρό ηχητικό κρότο που συνήθως συνοδεύει τις υπερηχητικές πτήσεις και είναι αρκετός για να κάνει ακόμη και τα παράθυρα να τρίζουν.
Μέχρι σήμερα, τα αεροσκάφη Concorde μπορούσαν να διασχίσουν τον Ατλαντικό σε λιγότερο από τρεισήμισι ώρες. Ωστόσο, ο έντονος θόρυβος που δημιουργούσαν όταν ξεπερνούσαν την ταχύτητα του ήχου περιόριζε τις πτήσεις τους σχεδόν αποκλειστικά πάνω από ωκεανούς.
Σε ακραίες περιπτώσεις, οι υπερηχητικοί κρότοι μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και ζημιές σε κτίρια. Όπως επισημαίνει η Telegraph, η έντονη όχληση που προκαλούσαν είχε ως αποτέλεσμα να απαγορευτούν οι πολιτικές υπερηχητικές πτήσεις πάνω από την ξηρά ήδη από τη δεκαετία του 1970.
Πλέον, η NASA θεωρεί ότι έχει βρει τη λύση για τη σημαντική μείωση του υπερηχητικού κρότου. Το X-59, ένα αεροσκάφος με ιδιαίτερα αιχμηρή μύτη, σχεδιάστηκε σε συνεργασία με την αμυντική και αεροδιαστημική εταιρεία Lockheed Martin και πραγματοποίησε την πρώτη υπερηχητική πτήση του στις αρχές Ιουνίου στην αεροπορική βάση Edwards της Καλιφόρνιας, φτάνοντας ταχύτητα 1,1 Mach.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Ιουνίου, το αεροσκάφος πέτυχε τη «δοκιμαστική σχεδιαστική συνθήκη», όπως την αποκαλούν οι σχεδιαστές, αγγίζοντας ταχύτητα 1,4 Mach, δηλαδή περίπου 1.490 χιλιόμετρα την ώρα, σε ύψος 16.765 μέτρων. Πρόκειται για τον συνδυασμό ταχύτητας και υψομέτρου που προορίζεται να χρησιμοποιεί στις μελλοντικές δοκιμαστικές πτήσεις του.
Οι συγκεκριμένες δοκιμές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος Quesst της NASA, το οποίο επιδιώκει να αποδείξει ότι οι υπερηχητικές πτήσεις μπορούν να γίνουν αισθητά πιο αθόρυβες.
Ο εκκωφαντικός θόρυβος που συνοδεύει συνήθως ένα υπερηχητικό αεροσκάφος προκαλείται από τα κρουστικά κύματα. Σύμφωνα με την Telegraph, αυτά κατευθύνονται κυρίως προς το έδαφος, με τρόπο αντίστοιχο των κυμάτων που δημιουργεί η πλώρη ενός πλοίου καθώς κινείται στη θάλασσα.
Όταν ένα αεροσκάφος πλησιάζει και στη συνέχεια ξεπερνά την ταχύτητα του ήχου, σχίζει τον αέρα που βρίσκεται μπροστά του. Τα κύματα πίεσης αρχίζουν τότε να συσσωρεύονται, δημιουργώντας μια απότομη μεταβολή της ατμοσφαιρικής πίεσης, η οποία φτάνει στο έδαφος ως ηχητική «ρωγμή».
Με βάση τον σχεδιασμό του X-59, στόχος είναι να αποφεύγεται η δημιουργία μίας μόνο ισχυρής ηχητικής «ρωγμής». Η χαρακτηριστική βελονοειδής μύτη του, που καταλαμβάνει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού μήκους του αεροσκάφους, συμβάλλει στην ομαλότερη μετάβαση του αέρα γύρω από την άτρακτο και το πιλοτήριο, περιορίζοντας έτσι τον αριθμό των κρουστικών κυμάτων.
Την ίδια φιλοσοφία ακολουθεί και ο υπόλοιπος σχεδιασμός του αεροσκάφους. Ο κινητήρας έχει τοποθετηθεί στο επάνω μέρος της ατράκτου, ώστε τα κύματα που παράγει να κατευθύνονται προς τα πάνω και όχι προς το έδαφος. Παράλληλα, η κάτω πλευρά του αεροσκάφους διατηρείται όσο το δυνατόν πιο λεία, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τον θόρυβο.
Παράλληλος στόχος των μηχανικών είναι να αποτρέψουν τη συγχώνευση των κρουστικών κυμάτων κατά τη διάδοσή τους, καθώς όταν αυτά ενώνονται παράγουν πολύ ισχυρότερο ηχητικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τη NASA, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ένας θόρυβος που θα θυμίζει περισσότερο το κλείσιμο της πόρτας ενός αυτοκινήτου σε χώρο στάθμευσης παρά τον εκκωφαντικό υπερηχητικό κρότο που γνωρίζουμε σήμερα.
Αυτή την περίοδο το X-59 βρίσκεται ακόμη στην πρώτη φάση των δοκιμών του, με τους μηχανικούς και τους πιλότους να εξερευνούν σταδιακά και με ασφάλεια τις δυνατότητές του. Η NASA πραγματοποιεί τρεις έως τέσσερις δοκιμαστικές πτήσεις κάθε εβδομάδα, συνοδεύοντας το αεροσκάφος με συμβατικά υπερηχητικά τζετ.
Η ανάπτυξη του X-59 κόστισε περίπου 220 εκατ. ευρώ, ενώ οι πρώτες αυτόνομες πτήσεις του αναμένονται μετά την ολοκλήρωση του αρχικού προγράμματος δοκιμών.
Μακροπρόθεσμος στόχος των κατασκευαστών είναι να μειωθούν σημαντικά οι χρόνοι αεροπορικών ταξιδιών. Ενδεικτικά, μια πτήση από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη θα μπορούσε να ολοκληρώνεται σε περίπου τρεις ώρες αντί για πέντε.
Όπως αναφέρει η Telegraph, το τελικό όραμα είναι η ανάπτυξη υπερηχητικών αεροσκαφών 44 θέσεων έως το 2040, τα οποία θα μπορούν να περιορίσουν σχεδόν στο μισό τη διάρκεια των σημερινών πτήσεων.
Τα Concorde, που σχεδιάστηκαν από Γάλλους και Βρετανούς κατασκευαστές τη δεκαετία του 1960, εντάχθηκαν στους στόλους της British Airways και της Air France, ξεκινώντας εμπορικές πτήσεις το 1976. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 14 αεροσκάφη, τα οποία μέσα σε 27 χρόνια μετέφεραν περισσότερους από δύο εκατομμύρια επιβάτες, κυρίως στη γραμμή προς τη Νέα Υόρκη, αποκτώντας παράλληλα τη φήμη ενός ιδιαίτερα εμβληματικού και πολυτελούς μέσου μεταφοράς.
Παρά την επιτυχία τους, ο έντονος θόρυβος, η μικρή χωρητικότητα και το υψηλό λειτουργικό κόστος οδήγησαν σταδιακά στην απόσυρσή τους. Ανάμεσα στους επιβάτες της τελευταίας πτήσης Concorde, από το αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης προς το Χίθροου του Λονδίνου το 2003, βρέθηκαν η Τζόαν Κόλινς και ο αείμνηστος Βρετανός δημοσιογράφος και κωμικός Ντέιβιντ Φροστ.
Με τα αεροσκάφη της σειράς X, που έχουν ως «πρότυπο» το Bell X-1 με το οποίο ο Τσακ Γιέγκερ έγινε το 1947 ο πρώτος πιλότος που έσπασε το φράγμα του ήχου σε οριζόντια πτήση, η NASA επιχειρεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις υπερηχητικές αερομεταφορές. Σύμφωνα με την Telegraph, το X-59 είναι το πρώτο αεροσκάφος του είδους του που προετοιμάζεται για την πραγματοποίηση πιο αθόρυβων υπερηχητικών επιβατικών πτήσεων.























