Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει μία από τις δυσκολότερες αντιπυρικές περιόδους των τελευταίων δύο δεκαετιών, με τις καμένες εκτάσεις από τις αρχές του έτους να προσεγγίζουν τα 4,4 εκατ. στρέμματα, επανέρχεται στο προσκήνιο η ανάγκη ενίσχυσης του ευρωπαϊκού στόλου πυροσβεστικών αεροσκαφών.

Στη συγκεκριμένη προσπάθεια, η Ελλάδα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο από τα πρώτα στάδια.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η παραγγελία της νέας γενιάς αμφίβιων αεροσκαφών «Canadair» τύπου CL-515. Τα νέα μέσα μπορούν να μεταφέρουν έως 6 τόνους νερού, να ανεφοδιάζονται από θάλασσες, λίμνες ή ποτάμια μέσα σε μόλις 12 δευτερόλεπτα, να επιχειρούν ακόμη και υπό ιδιαίτερα δύσκολες καιρικές συνθήκες και να πραγματοποιούν ρίψεις νερού κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενισχύοντας σημαντικά τις δυνατότητες αεροπυρόσβεσης.


Επτά CL-515 θα ενταχθούν στον ελληνικό στόλο

Σε πρώτη φάση, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προχωρήσει στην παραγγελία περισσότερων από 20 αεροσκαφών CL-515 για την κάλυψη των αναγκών των κρατών-μελών. Η Ελλάδα θα παραλάβει επτά από αυτά, εξασφαλίζοντας το μεγαλύτερο μερίδιο της αρχικής παραγγελίας, ενώ δύο αεροσκάφη θα διατεθούν στο ευρωπαϊκό συντονιστικό κέντρο Πολιτικής Προστασίας, το οποίο αναπτύσσει τις εφεδρείες του όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Η χώρα συγκαταλέγεται στις λίγες που πρωτοστάτησαν ώστε να προχωρήσει η κοινή ευρωπαϊκή προμήθεια των νέων Canadair. Η προηγούμενη γραμμή παραγωγής της Bombardier είχε σταματήσει το 2015 λόγω έλλειψης παραγγελιών και χρειάστηκε να εκδηλωθεί ενδιαφέρον από επαρκή αριθμό κρατών-μελών, ώστε η καναδική De Havilland, η οποία απέκτησε τα σχετικά δικαιώματα, να επανεκκινήσει την παραγωγή.

Ήδη από τη διετία 2020-2021, η Ελλάδα ήταν μεταξύ των πρώτων χωρών που προώθησαν την υλοποίηση των αρχικών παραγγελιών. Στη συνέχεια συγκεντρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα να υπογραφεί η συνολική συμφωνία μεταξύ της De Havilland και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024. Έκτοτε προστέθηκαν νέες παραγγελίες από επιμέρους κράτη-μέλη, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των υπό παράδοση αεροσκαφών περίπου στα 40.

Κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε:
«Θέλω να υπενθυμίσω, επειδή και στην Ευρώπη αυτή την εποχή γίνεται μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με τα πυροσβεστικά μέσα τα οποία διαθέτει συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι η Ελλάδα ήταν αυτή η οποία πριν από κάποια χρόνια πρωταγωνίστησε ώστε να υπάρξει μια συνολική ευρωπαϊκή συμφωνία για να τεθεί ξανά σε λειτουργία η γραμμή παραγωγής των αεροσκαφών Canadair. Όλο αυτό έγινε με πρωτοβουλία της Ελλάδος και η Ελλάδα θα είναι η πρώτη η οποία θα παραλάβει».

Την πληροφορία ότι η Ελλάδα θα είναι η πρώτη χώρα που θα παραλάβει το νέο CL-515 επιβεβαίωσε πρόσφατα και ο επικεφαλής στρατηγικής της De Havilland, Ζαν-Φιλίπ Κοτ, μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο. Η πρώτη παράδοση αναμένεται το 2028. Μέχρι τότε, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να επιχειρούν με τα παλαιότερα μοντέλα CL-215 και CL-415.


Ένα σημαντικό εργαλείο απέναντι στις μεγάλες πυρκαγιές

Τα νέα CL-515 αναμένεται να αποτελέσουν πολύτιμο μέσο αντιμετώπισης των ολοένα συχνότερων «mega fires», τα οποία ενισχύονται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Οι συγκεκριμένες πυρκαγιές χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά γρήγορη εξάπλωση στη ξηρή βλάστηση, πολύ υψηλές θερμοκρασίες που δυσχεραίνουν την κατάσβεση, δυνατότητα υπερπήδησης αντιπυρικών ζωνών και έντονη δραστηριότητα ακόμη και κατά τη διάρκεια των ξηρών καλοκαιρινών νυχτών, όταν παλαιότερα η αυξημένη υγρασία λειτουργούσε υπέρ των πυροσβεστικών δυνάμεων.

Αν και δεν υπάρχει μία λύση που μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τις πυρκαγιές αυτού του μεγέθους, η δυνατότητα των αμφίβιων Canadair να ανεφοδιάζονται μέσα σε ελάχιστο χρόνο αποτελεί σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα για μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα. Η μικρή απόσταση των περισσότερων δασικών μετώπων από τη θάλασσα επιτρέπει στα αεροσκάφη να πραγματοποιούν διαδοχικές ρίψεις νερού σε σύντομα χρονικά διαστήματα.

Παρότι τα εναέρια μέσα σπάνια αρκούν για να κατασβέσουν από μόνα τους μία μεγάλη δασική πυρκαγιά, μπορούν να περιορίσουν έγκαιρα την εξάπλωσή της, δημιουργώντας τον απαραίτητο χρόνο και τις κατάλληλες συνθήκες ώστε οι επίγειες πυροσβεστικές δυνάμεις να ολοκληρώσουν το έργο της κατάσβεσης.