Υπογράφηκε η σύμβαση για την αναβάθμιση επτά αεροσκαφών Canadair CL-415, με στόχο τον εκσυγχρονισμό των ηλεκτρονικών και των συστημάτων πλοήγησης.
Η εγκατάσταση νέου εξοπλισμού αεροηλεκτρονικής, βασισμένου στη φιλοσοφία του «γυάλινου πιλοτηρίου» (glass cockpit), θα αντιμετωπίσει την απαρχαίωση των υφιστάμενων συστημάτων και θα διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τα πρότυπα της EASA. Παράλληλα, αναμένεται να ενισχύσει την αξιοπιστία, την ασφάλεια πτήσεων και την αποδοτικότητα των αεροσκαφών στις αποστολές αεροπυρόσβεσης.
Το πρώτο αναβαθμισμένο αεροσκάφος προγραμματίζεται να παραληφθεί εντός του 2027, με την ολοκλήρωση του έργου να έχει προγραμματιστεί για το 2030.
«Η σημερινή συμφωνία αποτελεί ένα βήμα για τον εκσυγχρονισμό των μέσων Πολιτικής Προστασίας της χώρας. Είναι μια επιλογή να επενδύσουμε εγκαίρως στις δυνατότητες του κράτους, πριν βρεθούμε μπροστά στις δυσκολίες. Γιατί τελικά η ουσία της Πολιτικής Προστασίας είναι απλή: όταν η χώρα δοκιμάζεται, τα μέσα πρέπει να είναι εκεί. Έτοιμα, αξιόπιστα και πιο αποτελεσματικά», τόνισε ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Ο κ. Κεφαλογιάννης υπενθύμισε ότι τα Canadair είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα και ουσιαστικά εργαλεία της ελληνικής προσπάθειας κατά των δασικών πυρκαγιών. «Είναι μέσα τα οποία έχουν συνδεθεί με την εμπειρία των πολιτών σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και με την καθημερινή προσπάθεια των ανθρώπων που επιχειρούν στην πρώτη γραμμή. Για πολλές περιοχές της χώρας μας, της πατρίδας μας, η εικόνα ενός Canadair στον ουρανό δεν είναι απλώς ένα επιχειρησιακό μέσο. Είναι συχνά το πρώτο σημάδι ότι η Πολιτεία είναι παρούσα και στην ουσία ότι η μάχη με την πυρκαγιά έχει ξεκινήσει. Γι’ αυτό και η απόφαση να ξεκινήσουμε και να προχωρήσουμε τον εκσυγχρονισμό επτά αεροσκαφών τύπου CL-415 δεν αφορά απλώς μια τεχνική παρέμβαση. Αφορά την συνολική επιχειρησιακή τους αναβάθμιση της πλατφόρμας, αλλά και την διασφάλιση ότι ένας χρήσιμος στόλος για την χώρα θα συνεχίσει να επιχειρεί με σύγχρονες προδιαγραφές, ασφαλείας και αξιοπιστίας για πολλά επόμενα χρόνια».
Σημείωσε ακόμα ότι η αναβάθμιση δημιουργεί «τεχνολογική συνέχεια με τη νέα γενιά αεροσκαφών τύπου 515», που η Ελλάδα θα παραλαμβάνει από το 2028. «Θυμίζω ότι ετοιμάζουμε την παραλαβή επτά νέων αεροσκαφών τύπου 515, συνεπώς η χώρα μας ίσως να καταστεί η πρώτη παγκοσμίως με τον μεγαλύτερο στόλο αυτού του τύπου. Δηλαδή 7 και 7 συνολικά, 14 αεροσκάφη, τα οποία, μαζί με τα αναβαθμισμένα, θα αποτελούν το εθνικό στόλο. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια κοινή τεχνολογική βάση που διευκολύνει την εκπαίδευση την τεχνική υποστήριξη αλλά και την ομαλή ένταξη των νέων μέσων του συνολικού μας στόλου. Με απλά λόγια δεν επενδύουμε μόνο στα Canadair αλλά επενδύουμε και στη συνέχεια του στόλου».
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η επένδυση δεν αφορά απλώς τη συντήρηση, αλλά «στη συνέχεια και στη διαρκή επιχειρησιακή ικανότητα ενός στόλου, ο οποίος έχει αποδείξει την αξία του στην πράξη». Ανέφερε ότι η αναβάθμιση απαντά «σε μια πραγματική ανάγκη, στην σταδιακή παλαίωση των τεχνολογικών συστημάτων ενός στόλου, που υπηρετεί τη χώρα για δεκαετίες», και πρόσθεσε: «Με την αναβάθμιση της ηλεκτρονικής τους αρχιτεκτονικής τα αεροσκάφη αυτά αποκτούν σύγχρονες επιχειρησιακές δυνατότητες και διασφαλίζεται ότι συνεχίζει να επιχειρούν με αξιοπιστία αλλά και υψηλά επίπεδα ασφάλειας για τα πολλά επόμενα χρόνια».
Η διαθεσιμότητα του στόλου θα ενισχυθεί σημαντικά, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων επιχειρησιακών αναγκών. «Κάθε αεροσκάφος που παραμένει στο έδαφος αποτελεί πραγματική απώλεια δυνατοτήτων. Η καλύτερη τεχνική υποστήριξη και τα σύγχρονα μέσα διάγνωσης επιτρέπουν την ταχύτερη συντήρηση αλλά και περισσότερα διαθέσιμα μέσα όποτε πραγματικά χρειάζονται. Ενισχύεται επίσης η ασφάλεια των πτήσεων. Οι αποστολές δασοπυρόσβεσης εκτελούνται σε δύσκολες συνθήκες – πετάνε σε χαμηλά ύψη, σε περιβάλλοντα καπνού και με πολλαπλά εναέρια μέσα να επιχειρούν ταυτόχρονα. Τα νέα ψηφιακά συστήματα στο πιλοτήριο προσφέρουν στα πληρώματα καλύτερη εικόνα της κατάστασης και ένα επίπεδο ασφαλείας κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, βελτιώνεται η επιχειρησιακή λειτουργία των αεροσκαφών. Η ενοποιημένη παρουσίαση δεδομένων στο πιλοτήριο επιτρέπει ταχύτερη και πιο ακριβή λήψη αποφάσεων σε συνθήκες πίεσης χρόνου. Και στις επιχειρήσεις κατάσβεσης, πολλές φορές η ποιότητα της πληροφορίας κάνει τη διαφορά», τόνισε.
Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 43 εκατομμύρια ευρώ, με χρηματοδότηση από δάνειο της ΕΤΕπ στο πλαίσιο του προγράμματος ΑΙΓΙΣ. Η υλοποίηση ξεκινά σταδιακά, με εκπαίδευση πληρωμάτων και τεχνικού προσωπικού, ενώ προβλέπεται πολυετής τεχνική υποστήριξη για να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ικανότητα του στόλου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Σε γραπτή δήλωση, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του Υπερταμείου, Παναγιώτης Σταμπουλίδης, τόνισε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί ένα ακόμα κρίσιμο έργο του προγράμματος ΑΙΓΙΣ. Το PPF έχει ήδη ολοκληρώσει με διαφάνεια και ταχύτητα πάνω από 100 συμβάσεις συνολικού ύψους 1 δισ. ευρώ, επιτυγχάνοντας εκπτώσεις άνω των 35 εκατ. ευρώ. «Δεσμευόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με την ίδια προσήλωση να ωριμάζουμε και να δημοπρατούμε τα έργα που μας έχει αναθέσει η Πολιτεία προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και της εθνικής οικονομίας», σημείωσε.
Η υπογραφή της σύμβασης αποτελεί επίσης σημαντικό ορόσημο στη συνεργασία Ελλάδας – Καναδά. Η πρέσβης του Καναδά στην Ελλάδα, Σόνια Θίσσεν, ανέφερε: «Η σημερινή υπογραφή είναι κάτι περισσότερο από μια διοικητική πράξη. Είναι μια επένδυση στην ανθεκτικότητα, στην ετοιμότητα και στην ασφάλεια των μελλοντικών γενεών. Αντικατοπτρίζει τη δέσμευση της Ελλάδας και του Καναδά να σταθούν μαζί ως εταίροι, να καινοτομούν, να προσαρμόζονται και να αντιμετωπίζουν την κλιματική πρόκληση με αποφασιστικότητα».
Τέλος, ο Jean-Philippe Côté, αντιπρόεδρος Προγραμμάτων και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης της De Havilland Canada, υπογράμμισε ότι τα CL-415 θα εξοπλιστούν με σύγχρονα συστήματα αεροναυτιλίας. «Στην Ελλάδα, αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα από ένα αεροσκάφος – είναι ένα κρίσιμο εθνικό περιουσιακό στοιχείο που προστατεύει κοινότητες, δάση, υποδομές και ζωές. Ο εκσυγχρονισμός αυτός θα επιτρέψει στον στόλο να παραμείνει πλήρως επιχειρησιακά έτοιμος και τεχνολογικά επίκαιρος για τις επόμενες δεκαετίες», σημείωσε.

























