Πώς η ακραία ζέστη επηρεάζει την αντίληψη των τουριστών για τη χώρα

Η ακραία ζέστη αρχίζει να επηρεάζει την τουριστική εικόνα της Ελλάδας. Χωρίς μέχρι στιγμής να ανατρέπει τη δυναμική της χώρας ως καλοκαιρινού προορισμού, οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες φαίνεται να επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες αξιολογούν την εμπειρία τους. Η νέα ανάλυση της Data Appeal – Mabrian καταγράφει μέσο δείκτη αντίληψης κλίματος 89,2/100 για την Ελλάδα, αλλά και χαμηλότερες επιδόσεις το 2026, κυρίως τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Το ελληνικό καλοκαίρι παραμένει σημαντικό πλεονέκτημα για τον τουρισμό, ωστόσο η συχνότητα και η διάρκεια των ακραίων θερμοκρασιών αρχίζουν να επηρεάζουν την εμπειρία των ταξιδιωτών. Μέχρι σήμερα, οι επιπτώσεις των καυσώνων στην αντίληψη των επισκεπτών ήταν κυρίως προσωρινές. Τα δεδομένα του 2026, όμως, δείχνουν ότι η ανοχή στα επαναλαμβανόμενα κύματα ζέστης ενδέχεται να μειώνεται.

Αυτό προκύπτει από τη νέα μελέτη “The New Climate Reality in the Mediterranean: How Heatwaves Are Reshaping Traveller Perceptions” της Data Appeal – Mabrian, η οποία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η ακραία ζέστη διαμορφώνει την εικόνα πέντε σημαντικών μεσογειακών προορισμών — Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Γαλλίας και Ιταλίας — από το 2023 έως το 2026.

Η Ελλάδα παραμένει ψηλά με 89,2 στα 100

Παρά τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια ακραίων θερμοκρασιών, οι ταξιδιώτες εξακολουθούν να συνδέουν την Ελλάδα με καλές καιρικές συνθήκες για καλοκαιρινές διακοπές.

Στις περιόδους που εξετάστηκαν, η χώρα καταγράφει μέσο δείκτη αντίληψης κλίματος [Perception of Climate Index (PCI)] 89,2 μονάδων στις 100, με τις επιδόσεις της να βρίσκονται συνήθως κοντά ή πάνω από τις 90 μονάδες.

Ωστόσο, η ένταση των καυσώνων επηρεάζει άμεσα τον δείκτη. Όταν οι υψηλές θερμοκρασίες διαρκούν για μεγάλο διάστημα, η αξιολόγηση υποχωρεί. Μέχρι σήμερα, πάντως, οι απώλειες είναι κυρίως προσωρινές και η εικόνα βελτιώνεται όταν οι καιρικές συνθήκες επιστρέφουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.

Έτσι, οι επισκέπτες φαίνεται να αντιμετωπίζουν τον καύσωνα περισσότερο ως μια αρνητική συνθήκη κατά τη διάρκεια των διακοπών και όχι ως παράγοντα που οδηγεί σε συνολική αλλαγή της εικόνας της Ελλάδας ως καλοκαιρινού προορισμού.

Τι αλλάζει το 2026

Το φετινό καλοκαίρι παρουσιάζει, ωστόσο, διαφορετική εικόνα. Παρότι η αντίληψη για το ελληνικό κλίμα παραμένει θετική, οι επιδόσεις του 2026 είναι χαμηλότερες από προηγούμενες χρονιές, ιδιαίτερα τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Η Data Appeal – Mabrian δεν εντοπίζει μέχρι στιγμής μόνιμη επιδείνωση της εικόνας της Ελλάδας, καταγράφει όμως ενδείξεις μεγαλύτερης ευαισθησίας απέναντι στους επαναλαμβανόμενους καύσωνες. Εφόσον η τάση συνεχιστεί, θα μπορούσε στο μέλλον να επηρεάσει πιο σταθερά την ελκυστικότητα του ελληνικού καλοκαιριού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι μεταβολές του δείκτη συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις περιόδους ακραίας ζέστης. Για το 2026, η ανάλυση καταγράφει καύσωνα από τις 17 έως τις 23 Ιουλίου, συγκρίνοντας τα δεδομένα με αντίστοιχα επεισόδια από το 2023 και έπειτα.

Πώς «σκοράρει» η Ελλάδα απέναντι στον ανταγωνισμό

Για την περίοδο Μαΐου-Ιουλίου 2026, η Ελλάδα καταγράφει PCI 89,9 μονάδων. Η Πορτογαλία βρίσκεται στις 93,5 μονάδες, η Ιταλία στις 91,6 και η Ισπανία στις 90,4, ενώ η Γαλλία κινείται αρκετά χαμηλότερα, στις 77,2 μονάδες.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην πρώτη θέση, ωστόσο διατηρεί υψηλή βαθμολογία. Η περίπτωση της Γαλλίας αναδεικνύει έναν ακόμη παράγοντα: σημασία δεν έχει μόνο η απόλυτη θερμοκρασία, αλλά και το κατά πόσο αυτή ξεπερνά τις προσδοκίες του ταξιδιώτη για τον συγκεκριμένο προορισμό και την εποχή.

Ρόλο παίζουν η διάρκεια και η χρονική στιγμή του καύσωνα

Η έρευνα δείχνει ότι οι ταξιδιώτες αντιδρούν εντονότερα όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα εμφανίζονται νωρίς, διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή έχουν ασυνήθιστα μεγάλη ένταση.

Ένας καύσωνας στα μέσα Αυγούστου μπορεί να θεωρείται πιο αναμενόμενος για έναν μεσογειακό προορισμό. Αντίθετα, πολύ υψηλές θερμοκρασίες ήδη από τον Μάιο ή τον Ιούνιο, όπως και ένα θερμό κύμα που διαρκεί για εβδομάδες, επηρεάζουν περισσότερο την ταξιδιωτική εμπειρία και κατ’ επέκταση την εικόνα του προορισμού.

Σε γενικές γραμμές, οι υποχωρήσεις στην αντίληψη για το κλίμα παραμένουν προσωρινές και η ανάκαμψη είναι γρήγορη όταν οι θερμοκρασίες επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα. Ελλάδα και Ισπανία εμφανίζουν, πάντως, από τις εντονότερες βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις στη Μεσόγειο, χωρίς μέχρι σήμερα να καταγράφεται μόνιμη επιδείνωση της εικόνας τους.

Οι Γάλλοι πιο ευαίσθητοι στη ζέστη

Διαφορές παρατηρούνται και ανάλογα με την αγορά προέλευσης των ταξιδιωτών.

Οι Γάλλοι εμφανίζονται ως οι πιο ευαίσθητοι στη θερμική δυσφορία, καταγράφοντας εντονότερες και συχνότερες υποχωρήσεις στην αντίληψη για το κλίμα κατά τις παρατεταμένες περιόδους ζέστης, μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα.

Οι Βρετανοί επηρεάζονται επίσης από τους καύσωνες, κυρίως όμως σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, καθώς η εικόνα τους για τον προορισμό βελτιώνεται γρήγορα μετά την υποχώρηση των υψηλών θερμοκρασιών.

Αντίθετα, οι Αμερικανοί ταξιδιώτες φαίνεται να είναι πιο ανεκτικοί στις υψηλές θερμοκρασίες της Μεσογείου και να διατηρούν πιο σταθερά θετική εικόνα ακόμη και σε περιόδους έντονης ζέστης.

Για την Ελλάδα, επομένως, η επίδραση ενός καύσωνα δεν είναι ίδια σε όλες τις αγορές. Η ίδια θερμοκρασία μπορεί να επηρεάσει με διαφορετικό τρόπο την εμπειρία και την αντίληψη ενός Γάλλου, ενός Βρετανού ή ενός Αμερικανού επισκέπτη.