Σε έντονη πίεση βρίσκεται η AirAsia, καθώς η εκτίναξη του κόστους καυσίμων επιβαρύνει σημαντικά τα οικονομικά της εταιρείας, ενώ η μετοχή της έχει καταγράψει μεγάλη πτώση από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Ο συνιδρυτής της AirAsia Group, Τόνι Φερνάντες, επιχειρεί να καθησυχάσει την αγορά, διαψεύδοντας παράλληλα δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η κυβέρνηση της Μαλαισίας εξετάζει το ενδεχόμενο να ζητήσει από ανταγωνιστικές αεροπορικές εταιρείες να απορροφήσουν μέρος του δικτύου της AirAsia.

Ο Φερνάντες υποστηρίζει ότι η εταιρεία έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν σημαντικές κρίσεις και θα καταφέρει να εξέλθει ισχυρότερη και από τη σημερινή συγκυρία.

«Έχουμε περάσει πολλές κρίσεις και πάντα βγαίναμε πιο δυνατοί. Η περίοδος της Covid ήταν πολύ, πολύ χειρότερη από αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα», δήλωσε σε ενημέρωση την Παρασκευή στην Μπανγκόκ.

Πτώση 75% για τη μετοχή

Η μετοχή της AirAsia έχει χάσει περίπου το 75% της αξίας της από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των αεροπορικών καυσίμων έχει προκαλέσει ανησυχία στους επενδυτές για τις επιπτώσεις στα οικονομικά της εταιρείας.

Την Πέμπτη, η μετοχή υποχώρησε κατά 21%, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών.

Η νέα πτώση ήρθε μετά από δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η κυβέρνηση της Μαλαισίας είχε ζητήσει από άλλες εγχώριες αεροπορικές εταιρείες να εξετάσουν την απορρόφηση μέρους της εσωτερικής αγοράς που εξυπηρετεί η AirAsia.

Ο Φερνάντες διέψευσε τις πληροφορίες, χαρακτηρίζοντάς τες ανακριβείς.

Πουλά καινούργια Airbus για ενίσχυση της ρευστότητας

Οι οικονομικές πιέσεις αποτυπώνονται και στη διαχείριση του στόλου της εταιρείας. Από τις αρχές του 2025, η AirAsia έχει πουλήσει έξι ολοκαίνουργια Airbus A321neo, δύο εκ των οποίων τον Ιούλιο.

Τα αεροσκάφη είχαν παραδοθεί πρόσφατα από την Airbus και στη συνέχεια πωλήθηκαν στη χρηματοδοτική εταιρεία αεροσκαφών BBAM. Ακολούθως αποκτήθηκαν ή μισθώθηκαν από τη νεοσύστατη βιετναμέζικη αεροπορική Sun PhuQuoc Airways.

Η πώληση αεροσκαφών που μόλις έχουν παραδοθεί και δεν έχουν ακόμη χρησιμοποιηθεί εμπορικά αποτελεί ασυνήθιστη πρακτική στον κλάδο. Οι αεροπορικές εταιρείες χρησιμοποιούν συχνότερα το μοντέλο sale-and-leaseback, κατά το οποίο πωλούν ένα αεροσκάφος και στη συνέχεια το μισθώνουν, περιορίζοντας το αρχικό κόστος απόκτησης.

Στην περίπτωση της AirAsia, η κίνηση εκτιμάται ότι συνδέεται με την προσπάθεια ενίσχυσης των διαθέσιμων κεφαλαίων σε μια περίοδο αυξημένων οικονομικών πιέσεων.

Αυξημένα κατά 58% τα έξοδα καυσίμων

Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζει ιδιαίτερα την AirAsia, καθώς οι αεροπορικές χαμηλού κόστους έχουν περιορισμένα περιθώρια να μεταφέρουν τις αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων.

Παράλληλα, η εταιρεία δεν εφαρμόζει συστηματικά στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου για τις αγορές καυσίμων, γεγονός που την καθιστά περισσότερο ευάλωτη στις μεταβολές των τιμών.

Τα έξοδα καυσίμων αυξήθηκαν κατά 58% το δεύτερο τρίμηνο, συμβάλλοντας στη μεγαλύτερη τριμηνιαία ζημία της εταιρείας εδώ και τέσσερα χρόνια.

Στο τέλος Ιουνίου, η AirAsia διέθετε 954 εκατ. ρινγκίτ, περίπου 233 εκατ. δολάρια, σε διαθέσιμα και ισοδύναμα. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών που παρακολουθεί το Bloomberg.

«Έχουμε ισχυρή ρευστότητα»

Παρά τις πιέσεις, ο Τόνι Φερνάντες εμφανίζεται καθησυχαστικός για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της AirAsia.

«Είμαστε καλοί στη διαχείριση μετρητών και έχουμε ισχυρή ρευστότητα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιότητα γύρω από την εταιρεία συχνά μεγαλοποιεί τις εξελίξεις.

«Όταν πρόκειται για την AirAsia, τα πράγματα παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Φτερνίζομαι και γίνεται μεγάλη είδηση», σχολίασε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, ο στόλος της αριθμούσε 239 αεροσκάφη Airbus στο τέλος Ιουνίου, από τα οποία τα 161 βρίσκονταν σε ενεργή λειτουργία. Η διοίκηση έχει επίσης ανακοινώσει ότι επιστρέφει 25 παλαιότερα αεροσκάφη, στο πλαίσιο της προσπάθειας βελτιστοποίησης του στόλου.

Η οικονομική πορεία της AirAsia το επόμενο διάστημα θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των τιμών πετρελαίου και αεροπορικών καυσίμων, αλλά και από τη διάρκεια της έντασης στη Μέση Ανατολή.