Νέα ανάλυση της AirHelp, η οποία συγκρίνει στοιχεία από 20 αεροπορικές εταιρείες για ένα διάστημα 12 μηνών, φέρνει στο προσκήνιο σημαντικές διαφορές μεταξύ των αερομεταφορέων, αλλά και ένα εύρημα που ενδέχεται να εκπλήξει τους ταξιδιώτες: Οι εταιρείες χαμηλού κόστους δεν εμφανίζουν απαραίτητα περισσότερες διαταραχές από τις παραδοσιακές αεροπορικές.

Η ισπανική Iberia και η Vueling καταγράφουν τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των παραδοσιακών αερομεταφορέων και των εταιρειών χαμηλού κόστους αντίστοιχα.

Η ανάλυση αφορά πτήσεις με αναχώρηση από αεροδρόμια της Γερμανίας, κατά την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2025 έως την 1η Αυγούστου 2026. Εξετάστηκαν συνολικά 20 εταιρείες, δέκα παραδοσιακοί αερομεταφορείς και δέκα εταιρείες χαμηλού κόστους, με στόχο να αποτυπωθεί η συχνότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι επιβάτες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, το 27,4% των επιβατών που ταξίδεψαν με τις εταιρείες χαμηλού κόστους του δείγματος επηρεάστηκε από διαταραχές στις πτήσεις του. Στις παραδοσιακές αεροπορικές εταιρείες, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 26,5%. Η διαφορά είναι σχετικά μικρή, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επιλογή μιας παραδοσιακής αεροπορικής εταιρείας δεν εξασφαλίζει από μόνη της μικρότερη πιθανότητα να αντιμετωπίσει κανείς καθυστέρηση ή άλλη διαταραχή στο ταξίδι του.

Σε απόλυτους αριθμούς, περίπου 36,4 εκατομμύρια επιβάτες ταξίδεψαν με τις 10 εταιρείες χαμηλού κόστους που εξετάστηκαν, ενώ περίπου 10 εκατομμύρια επηρεάστηκαν από διαταραχές. Στις 10 παραδοσιακές αεροπορικές, οι επιβάτες ανήλθαν σε περίπου 39,4 εκατομμύρια, από τους οποίους περίπου 10,4 εκατομμύρια αντιμετώπισαν προβλήματα.

Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι οι διαταραχές στις αερομεταφορές δεν αποτελούν αποκλειστικό πρόβλημα των εταιρειών χαμηλού κόστους. Παράγοντες όπως η συμφόρηση στον εναέριο χώρο, οι περιορισμοί στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, οι καιρικές συνθήκες και τα λειτουργικά προβλήματα στα αεροδρόμια μπορούν να επηρεάσουν εταιρείες διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων. 

Μεταξύ των παραδοσιακών αερομεταφορέων, την καλύτερη επίδοση καταγράφει η ισπανική Iberia, με το 16,1% των επιβατών της να επηρεάζεται από διαταραχές. Ακολουθούν η αμερικανική Delta Air Lines, με 18,9%, και η βρετανική British Airways, με 22,8%.

Στην κατηγορία των εταιρειών χαμηλού κόστους, πρώτη εμφανίζεται η ισπανική Vueling, με ποσοστό διαταραχών 20,3%. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η ουγγρική Wizz Air, με 24,9%, και στην τρίτη η γερμανική Eurowings, με 26,5%.

Τα ποσοστά αφορούν το σύνολο των διαταραχών που καταγράφηκαν στην ανάλυση και όχι αποκλειστικά τις καθυστερήσεις ή τις ακυρώσεις. Επομένως, δεν αποτελούν από μόνα τους μέτρο της πιθανότητας ακύρωσης μιας πτήσης. Επιπλέον, η κατάταξη αποτυπώνει τις επιδόσεις των εταιρειών στο συγκεκριμένο δείγμα αναχωρήσεων από τη Γερμανία. Δεν συνιστά παγκόσμια κατάταξη της αξιοπιστίας τους και δεν σημαίνει ότι τα ίδια ποσοστά ισχύουν για όλες τις διαδρομές και τα αεροδρόμια όπου δραστηριοποιούνται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία όταν η σύγκριση περιορίζεται στις ακυρώσεις πτήσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση, το ποσοστό των επιβατών που επηρεάστηκαν από ακύρωση διαμορφώθηκε στο 0,5% για τις εταιρείες χαμηλού κόστους, έναντι 2,9% για τις παραδοσιακές αεροπορικές. Με βάση αυτά τα στοιχεία, το ποσοστό ακυρώσεων στους παραδοσιακούς αερομεταφορείς ήταν περισσότερο από πενταπλάσιο.

Σε απόλυτους αριθμούς, περίπου 182.200 επιβάτες των εταιρειών χαμηλού κόστους επηρεάστηκαν από ακυρώσεις, ενώ στις παραδοσιακές αεροπορικές ο αριθμός έφτασε περίπου τα 1,2 εκατομμύρια. Στην κατηγορία των εταιρειών χαμηλού κόστους, η βρετανική Jet2 ξεχωρίζει, καθώς δεν καταγράφηκαν επιβάτες που να επηρεάστηκαν από ακύρωση στο εξεταζόμενο δείγμα. Ακολουθούν η SunExpress, με ποσοστό 0,1%, και η Condor, με 0,2%.

Μεταξύ των παραδοσιακών αερομεταφορέων, το χαμηλότερο ποσοστό επιβατών που επηρεάστηκαν από ακυρώσεις καταγράφει η TAP Air Portugal, με 0,7%. Ακολουθούν η Iberia, με 0,9%, και η Delta Air Lines, με 1,3%. Η απουσία καταγεγραμμένων ακυρώσεων για την Jet2 δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η εταιρεία δεν ακυρώνει πτήσεις γενικότερα. Αφορά αποκλειστικά το δείγμα και τη χρονική περίοδο που εξετάστηκαν.

Μια πιθανή εξήγηση για τη διαφορά σχετίζεται με τον τρόπο οργάνωσης των πτητικών δικτύων. Πολλές παραδοσιακές αεροπορικές εταιρείες λειτουργούν με κεντρικούς κόμβους ανταπόκρισης, μέσω των οποίων περνούν μεγάλος αριθμός πτήσεων και επιβατών. Ένα πρόβλημα σε ένα τέτοιο αεροδρόμιο μπορεί να επηρεάσει διαδοχικές συνδέσεις, να δυσκολέψει την ανακατανομή αεροσκαφών και πληρωμάτων και να οδηγήσει σε αλυσιδωτές αλλαγές στο πρόγραμμα.

Αντίθετα, αρκετές εταιρείες χαμηλού κόστους βασίζονται περισσότερο σε απευθείας συνδέσεις μεταξύ προορισμών. Αυτό μπορεί να περιορίζει ορισμένες από τις επιπτώσεις που προκαλούνται από προβλήματα σε έναν κεντρικό κόμβο, χωρίς, ωστόσο, να τις καθιστά απρόσβλητες από καθυστερήσεις ή ακυρώσεις.

Η συγκεκριμένη διαφορά αποτελεί μια πιθανή ερμηνεία των αποτελεσμάτων και όχι απόδειξη ότι το επιχειρηματικό μοντέλο μιας αεροπορικής εταιρείας καθορίζει από μόνο του την αξιοπιστία της. Οι καιρικές συνθήκες, οι περιορισμοί της εναέριας κυκλοφορίας, η διαθεσιμότητα πληρωμάτων και αεροσκαφών, αλλά και τα προβλήματα στα αεροδρόμια επηρεάζουν την ομαλή εκτέλεση των πτήσεων.

Ανεξάρτητα από το κόστος του εισιτηρίου ή την κατηγορία της αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες που ταξιδεύουν υπό τις προϋποθέσεις του ευρωπαϊκού κανονισμού για τα δικαιώματα των αεροπορικών επιβατών μπορούν να δικαιούνται αποζημίωση, επιστροφή χρημάτων, εναλλακτική μεταφορά ή φροντίδα σε περίπτωση καθυστέρησης ή ακύρωσης.

Για πτήσεις που καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) 261/2004, η χρηματική αποζημίωση μπορεί να φτάσει έως τα 600 ευρώ ανά επιβάτη, ανάλογα με την απόσταση και τις περιστάσεις. Σε περίπτωση καθυστέρησης, δικαίωμα αποζημίωσης μπορεί να προκύψει όταν ο επιβάτης φτάσει στον τελικό προορισμό του με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών ωρών, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Δεν προβλέπεται, ωστόσο, αποζημίωση σε κάθε περίπτωση. Εξαιρετικές περιστάσεις, όπως ορισμένα έντονα καιρικά φαινόμενα ή περιορισμοί της εναέριας κυκλοφορίας, μπορούν να απαλλάξουν την αεροπορική εταιρεία από την υποχρέωση καταβολής χρηματικής αποζημίωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταργούνται αυτομάτως τα υπόλοιπα δικαιώματα του επιβάτη.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η τιμή του εισιτηρίου δεν αρκεί για να εκτιμήσει κανείς πόσο ομαλά θα εξελιχθεί ένα ταξίδι. Η επιλογή αεροπορικής εταιρείας έχει σημασία, αλλά εξίσου σημαντικά είναι η συγκεκριμένη διαδρομή, η ώρα αναχώρησης, οι ανταποκρίσεις και οι συνθήκες λειτουργίας των αεροδρομίων. Για τους ταξιδιώτες, επομένως, η αξιοπιστία μιας εταιρείας αξίζει να αποτελεί κριτήριο επιλογής, χωρίς όμως μια επιμέρους κατάταξη να αντιμετωπίζεται ως εγγύηση ότι η επόμενη πτήση θα πραγματοποιηθεί χωρίς προβλήματα.