Μία από τις πιο φονικές αεροπορικές τραγωδίες των τελευταίων ετών σημειώθηκε στην Ινδία. Αεροσκάφος τύπου Boeing 787-8 Dreamliner της Air India, συνετρίβη λίγο μετά την απογείωσή του με τον απολογισμό των θυμάτων να ξεπερνά τους 290, ανάμεσά τους και παιδιά.
Το αεροσκάφος κατέπεσε σε συγκρότημα κατοικιών που στεγάζει φοιτητική εστία, κοντά στο BJ Medical College and Hospital, με αποτέλεσμα δεκάδες ακόμη τραυματισμούς και θανάτους αμάχων. Οι ινδικές αρχές αναφέρουν πως 51 φοιτητές διακομίστηκαν τραυματισμένοι στα νοσοκομεία, ενώ νωρίτερα είχε γίνει λόγος για ανθρώπους εγκλωβισμένους κάτω από τα συντρίμμια. Το Υπουργείο Πολιτικής Αεροπορίας της Ινδίας ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της επιχείρησης διάσωσης στην περιοχή της συντριβής.

Πρόκειται για την πρώτη φορά που μοντέλο 787 Dreamliner εμπλέκεται σε δυστύχημα τέτοιας κλίμακας. Το συγκεκριμένο αεροσκάφος είχε παρουσιαστεί το 2011 από την Boeing ως το μέλλον των πτήσεων μεγάλων αποστάσεων, χάρη στη μειωμένη κατανάλωση καυσίμου.
Σε διεθνές επίπεδο, η προσοχή είναι στραμμένη στις έρευνες και ιδιαίτερα στην ανάλυση των μαύρων κουτιών που αναμένεται να δώσουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα.
Τα πρώτα στοιχεία από την τραγωδία
Η επαφή με το Air India Flight 171 χάθηκε λιγότερο από ένα λεπτό μετά την απογείωση, όταν βρισκόταν σε ύψος μόλις 625 ποδών. Σύμφωνα με τις Αρχές, οι πιλότοι κατάφεραν να εκπέμψουν σήμα Mayday, κάτι που καταδεικνύει ότι υπήρξε αιφνίδια και σοβαρή βλάβη αμέσως μετά την απογείωση.
Καταγραφές από κάμερες ασφαλείας και μαρτυρίες επιβατών δείχνουν το αεροσκάφος να προσπαθεί ανεπιτυχώς να πάρει ύψος πριν συντριβεί σε κατοικημένη περιοχή. Η ουρά του αεροπλάνου εντοπίστηκε καρφωμένη στο κτίριο της εστίας, ενώ θραύσματα από τον τροχό προσγείωσης και την αριστερή πτέρυγα βρέθηκαν σε γειτονικά κτίσματα.

Το προφίλ των επιβαινόντων και ο μοναδικός επιζών
Στην πτήση επέβαιναν συνολικά 242 άτομα: 169 Ινδοί, 53 Βρετανοί, επτά Πορτογάλοι και ένας Καναδός. Έως τώρα έχει επιβεβαιωθεί μόνο ένας επιζών: ο Βισβάς Κουμάρ Ραμές, ο οποίος καθόταν στη θέση 11A, δίπλα σε έξοδο κινδύνου.
Όπως ανέφερε ο ίδιος: «Τριάντα δευτερόλεπτα μετά την απογείωση ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και μετά ήρθε η συντριβή». Ο αδελφός του, που καθόταν αλλού, αγνοείται.
Η Ένωση Ινδών Ιατρών δήλωσε ότι τουλάχιστον 50-60 φοιτητές ιατρικής διακομίστηκαν τραυματισμένοι, ενώ ανάμεσα στα θύματα βρίσκονται και ανήλικοι.
Έρευνες σε πλήρη εξέλιξη
Η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας της Ινδίας (DGCA) ανακοίνωσε την ανάκτηση του σήματος κινδύνου και παρέδωσε την υπόθεση στο Γραφείο Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων (AAIB), το οποίο έχει συστήσει ειδική επιτροπή. Ο Υπουργός Πολιτικής Αεροπορίας, Ραμ Μοχάν Νάιντου Κιντζαράπου, διαβεβαίωσε ότι η διαδικασία διερεύνησης θα ακολουθήσει πλήρως τα πρωτόκολλα του ICAO.
Στην έρευνα μετέχουν, επίσης, οι ΗΠΑ (ως χώρα κατασκευής του αεροσκάφους), το Ηνωμένο Βασίλειο (λόγω προορισμού) και άλλες χώρες με υπηκόους ανάμεσα στα θύματα. Εκτός από την Boeing, εμπλεκόμενοι είναι και οι Rolls-Royce (κατασκευάστρια των κινητήρων), όπως και προμηθευτές κρίσιμων συστημάτων του αεροσκάφους.
Οι μαύροι καταγραφείς – flight data recorder και cockpit voice recorder – έχουν ήδη εντοπιστεί και θα είναι καθοριστικοί στην αποκάλυψη των αιτίων της συντριβής.

Το κρίσιμο πρώτο λεπτό της πτήσης
Ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η απογείωση είναι, μαζί με την προσγείωση, η πιο επικίνδυνη φάση μιας πτήσης. Ο αεροπορικός αναλυτής του CNN, Ντένις Τάζερ, εξήγησε ότι το αεροσκάφος φεύγει με το μέγιστο βάρος και βρίσκεται σε φάση επιτάχυνσης, χωρίς περιθώριο καθυστερημένων αντιδράσεων.
Η αμερικανική FAA απαγορεύει μη απαραίτητες συνομιλίες κάτω από τα 10.000 πόδια, ακριβώς λόγω του υψηλού κινδύνου. Το ότι το αεροπλάνο συνετρίβη στα 625 πόδια ενισχύει το σενάριο μηχανικής βλάβης που εκδηλώθηκε άμεσα.
Αντιδράσεις, αποζημιώσεις και ερωτήματα
Ο πρόεδρος της Boeing, Κέλι Όρτμπεργκ, επικοινώνησε απευθείας με την ηγεσία της Air India, εκφράζοντας την πλήρη στήριξη της εταιρείας στην έρευνα. Σε ανακοίνωσή του σημείωσε: «Οι σκέψεις μας είναι με τους επιβάτες, το πλήρωμα, τα θύματα και τις οικογένειές τους».
Παράλληλα, ο όμιλος Tata Group, ιδιοκτήτης της Air India, προχώρησε σε ανακοίνωση αποζημίωσης 1 crore (περίπου 117.000 δολάρια) για κάθε θύμα, ως ένδειξη στήριξης προς τις οικογένειες.
Ωστόσο, η τραγωδία φέρνει ξανά στην επιφάνεια σημαντικά ερωτήματα για την ασφάλεια των σύγχρονων αεροσκαφών, τη συντήρηση, την εκπαίδευση πληρωμάτων και τους ελέγχους. Αν και η Ινδία συγκαταλέγεται μεταξύ των ταχέως αναπτυσσόμενων αεροπορικών αγορών με αυστηρά στάνταρ ασφαλείας, το συμβάν αποδεικνύει ότι ακόμη και τα πλέον προηγμένα συστήματα δεν είναι απρόσβλητα.























