Σε αίτημά της προς το αμερικανικό Υπουργείο Μεταφορών, η Spirit Airlines, που πρόσφατα ξεπέρασε την πτώχευσή της, εκφράζει έντονες αντιρρήσεις για τη συνεργασία μεταξύ JetBlue και United.
Σύμφωνα με την καταγγελία που υπέβαλε την Τρίτη, η συμφωνία «δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ανταγωνισμού και δημόσιου συμφέροντος».
Η Spirit υποστηρίζει πως «η JetBlue, δελεασμένη από τα οφέλη που θα αποκομίσουν οι πελάτες της από το πολύ μεγαλύτερο παγκόσμιο δίκτυο της United, θα καταστεί de facto υποτελής της United». Η συνεργασία, γνωστή ως «Blue Sky», ανακοινώθηκε τον Μάιο και φέρνει κοντά τα προγράμματα επιβράβευσης των δύο αεροπορικών, χωρίς όμως να περιλαμβάνει συντονισμό δρομολογίων ή τιμών, που την ξεχωρίζει από άλλες συμμαχίες όπως η Northeast Alliance. Επιπλέον, η United θα αποκτήσει πρόσβαση σε χρονοθυρίδες στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης για έως και επτά πτήσεις ημερησίως, ξεκινώντας από το 2027.
Από πλευράς του, εκπρόσωπος του Υπουργείου Μεταφορών δήλωσε στο Skift ότι «το Υπουργείο θα εξετάσει την καταγγελία και όλα τα άλλα υποβληθέντα έγγραφα για να καθορίσει τα κατάλληλα μέτρα, εάν υπάρχουν, που πρέπει να ληφθούν σε αυτή την υπόθεση».
Η Spirit πρόσθεσε ότι η JetBlue θα αναγκαστεί να αγοράσει ακριβότερα μίλια από τη United για να προσφέρει στους πελάτες διεθνείς πτήσεις μεγάλων αποστάσεων και άλλες διαδρομές που δεν εξυπηρετεί η ίδια, με αποτέλεσμα την πιθανή αύξηση των τιμών των εισιτηρίων.
Επίσης, στην καταγγελία επισημαίνεται πως το «Blue Sky», «υπόσχεται συντονισμό σε εταιρικούς λογαριασμούς υψηλής αξίας», κάτι που θα περιορίσει την είσοδο νέων αεροπορικών εταιρειών στα αεροδρόμια της Νέας Υόρκης και της Βοστώνης.
Ωστόσο, η JetBlue υποστηρίζει ότι «το Blue Sky περιλαμβάνει μια συμφωνία μεταξύ αεροπορικών εταιρειών που αποτελεί πρότυπο στον κλάδο και δεν περιλαμβάνει συντονισμό δρομολογίων ή κατανομή εσόδων». Η εταιρεία τονίζει πως «η JetBlue και η United θα παραμείνουν ανταγωνιστές, καθώς θα συνεχίσουν να δημοσιεύουν, να τιμολογούν και να εμπορεύονται πτήσεις ανεξάρτητα, με τη δική τους επωνυμία και τους δικούς τους αριθμούς πτήσεων, και να λαμβάνουν ανεξάρτητες αποφάσεις σχετικά με το δίκτυό τους».

























