Σε μια σημαντική κίνηση για την ιδιωτικοποίηση του εθνικού της αερομεταφορέα, η πορτογαλική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πώληση του 49,9% της TAP SA, θέτοντας ως στρατηγικό όρο τη διατήρηση του επιχειρησιακού κόμβου της εταιρείας στη Λισαβόνα.
Η απόφαση προβλέπει ότι το 5% του μεριδίου θα διατεθεί στους εργαζόμενους της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο 44,9% θα προσφερθεί σε έναν ή περισσότερους ιδιώτες επενδυτές, όπως έκανε γνωστό ο Πρωθυπουργός Λουίς Μοντενέγκρο. Ο ίδιος εξέφρασε αισιοδοξία για έντονο ενδιαφέρον, επισημαίνοντας ότι οι προσφορές θα αξιολογηθούν βάσει «οικονομικών, τεχνικών και στρατηγικών κριτηρίων».
Στο μεταξύ, αεροπορικοί κολοσσοί όπως οι Air France-KLM, Deutsche Lufthansa και η International Airlines Group (IAG), ιδιοκτήτρια της British Airways, έχουν ήδη εκδηλώσει δημόσια ενδιαφέρον για την εξαγορά ποσοστού της TAP.
Η πορτογαλική εταιρεία παραμένει ένας από τους τελευταίους κρατικούς αερομεταφορείς στην Ευρώπη και το ισχυρό της δίκτυο, ειδικά προς τη Βραζιλία –όπου είναι ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός πάροχος– θεωρείται βασικό πλεονέκτημα για τους ενδιαφερόμενους ομίλους. Η TAP διατηρεί επίσης σημαντική παρουσία στην Αφρική και αυξανόμενη δραστηριότητα στη Βόρεια Αμερική.
Ο Λουίς Μοντενέγκρο ξεκαθάρισε ότι «βασική προϋπόθεση της πώλησης είναι η διατήρηση του κόμβου της TAP στη Λισαβόνα, καθώς και των στρατηγικών δρομολογίων που συνδέουν την πορτογαλική διασπορά, αλλά και τις Αζόρες και τη Μαδέρα με την ηπειρωτική χώρα».
Η προηγούμενη προσπάθεια ιδιωτικοποίησης είχε «παγώσει» προσωρινά, μετά την πτώση της κυβέρνησης μειοψηφίας νωρίτερα φέτος. Ωστόσο, το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα επανήλθε στην εξουσία στις εκλογές του Μαΐου, αν και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία. Η επιλογή για πώληση ποσοστού μικρότερου του 50% στοχεύει στον περιορισμό των αντιδράσεων της αντιπολίτευσης.
Η TAP έχει βρεθεί ξανά στο παρελθόν σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Το 2015, το 61% της εταιρείας πέρασε στην κοινοπραξία Atlantic Gateway του επιχειρηματία Ντέιβιντ Νίλεμαν, προτού η επόμενη κυβέρνηση αυξήσει ξανά το ποσοστό του Δημοσίου στο 50%.
Το 2024, η εταιρεία μετέφερε 16 εκατομμύρια επιβάτες, σημειώνοντας άνοδο 1,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από το 2022 καταγράφει σταθερή κερδοφορία, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια ζημιών.
























