Υπό σημαντικά μειωμένες ποινές τελικά οδηγήθηκε ο πιλότος της Alaska Airlines, ο οποίος – ενώ βρισκόταν εκτός υπηρεσίας στο πιλοτήριο – επιχείρησε να απενεργοποιήσει τις μηχανές εν ώρα πτήσης, προκαλώντας συναγερμό στις αμερικανικές αρχές.

Η υπόθεση αφορά τον Joseph David Emerson, ο οποίος συνελήφθη στις Κυριακή (22/10/2023) αντιμετωπίζοντας 83 κατηγορίες για απόπειρα ανθρωποκτονίας και έκθεση αεροσκάφους σε κίνδυνο. Παρά το αρχικό βαρύ κατηγορητήριο, η τελική δικαστική κρίση οδήγησε σε αισθητά μικρότερες ποινές.

Ο Emerson είχε παραδεχτεί την ενοχή του τον Σεπτέμβριο, αναγνωρίζοντας την παρεμπόδιση πληρώματος πτήσης και δηλώνοντας στο δικαστήριο: «Μετανιώνω για τη ζημιά που προκάλεσα σε κάθε άνθρωπο που βρισκόταν σε εκείνο το αεροπλάνο». Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, το περιστατικό συνδέεται με σοβαρό ψυχολογικό επεισόδιο που βίωσε εκείνη την ημέρα.

 

Η δικαστική απόφαση

Πριν από τη δίκη, ο πιλότος είχε παραμείνει 46 ημέρες υπό κράτηση και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, όπως απαγόρευση χρήσης ουσιών, υποχρεωτική θεραπεία ψυχικής υγείας και απαγόρευση προσέγγισης αεροσκαφών. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, παραμένει νηφάλιος από τότε.

Παράλληλα, πολιτειακό δικαστήριο τον είχε καταδικάσει σε πέντε χρόνια probation, 50 ημέρες φυλάκιση — με συμψηφισμό των ημερών που είχε ήδη εκτίσει — καθώς και 664 ώρες κοινωνικής εργασίας. Οι μισές από αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν στο δικό του μη κερδοσκοπικό πρόγραμμα για την ψυχική υγεία πιλότων, Clear Skies Ahead.

Με βάση τη νεότερη απόφαση της Δευτέρας (17/11), ο ομοσπονδιακός δικαστής του επέβαλε ποινή «χρόνου που έχει ήδη εκτιθεί» και την καταβολή 60.000 δολαρίων σε αποζημίωση — ποσό το οποίο έχει ήδη καταβληθεί. Ο κατ’ οίκον περιορισμός δεν κρίθηκε απαραίτητος, ωστόσο θα παραμείνει υπό επιτήρηση για τρία χρόνια.

Η δικαστής Amy Baggio σημείωσε χαρακτηριστικά: «Οι πιλότοι δεν είναι τέλειοι. Είναι άνθρωποι, και όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια κάποιες φορές».

 

Τι έγινε στο πιλοτήριο

Το περιστατικό συνέβη στην πτήση 2059 από το Everett της Ουάσινγκτον προς το Σαν Φρανσίσκο, όταν ο Emerson, καθισμένος στο cockpit εκτός υπηρεσίας, άρχισε – όπως περιέγραψε – να χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας.

Δύο ημέρες πριν από την πτήση, είχε καταναλώσει ψυχεδελικά μανιτάρια με φίλους, ως φόρο τιμής σε έναν παλιό τους συνοδοιπόρο που είχε πεθάνει. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παραισθησιογόνες επιδράσεις συνεχίστηκαν επί μέρες, με αποτέλεσμα να αισθάνεται «παγιδευμένος» καθώς ταξίδευε προς το αεροδρόμιο.

Σε συνέντευξή του στο ABC News, είπε: «Υπήρχε η αίσθηση ότι είμαι παγιδευμένος… ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ σπίτι». Παρά τις προσπάθειες φίλου του να τον βοηθήσει με τεχνικές αναπνοής, ο Emerson βρισκόταν σε έντονη σύγχυση και πίστευε ότι έπρεπε να «ξυπνήσει» με κάποιο τρόπο.

«Όταν οι άλλοι πιλότοι δεν αντέδρασαν όπως περίμενα, πείστηκα ότι όλο αυτό δεν είναι αληθινό», ανέφερε. Τότε τράβηξε τους δύο κόκκινους μοχλούς έκτακτης απενεργοποίησης κινητήρων.

«Ήξερα τι κάνουν αυτοί οι μοχλοί σε πραγματικό αεροπλάνο, αλλά πίστεψα ότι αυτό θα με ξυπνήσει. Είναι 30 δευτερόλεπτα της ζωής μου που εύχομαι να μπορούσα να αλλάξω», πρόσθεσε. Η άμεση αντίδραση του πληρώματος απέτρεψε οποιαδήποτε απειλή για το αεροσκάφος.

Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Emerson επανέλαβε: «Δεν είμαι θύμα» και σημείωσε ότι η υπόθεση τον ανάγκασε «να μεγαλώσει ως άνθρωπος».