Στα χέρια του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα, κατατέθηκε τη Τρίτη (13/01) το πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής Διερεύνησης για την αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών, που σημειώθηκε την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026.
Η Επιτροπή είχε συσταθεί με υπουργική απόφαση, με στόχο τη διερεύνηση και αποσαφήνιση των ακριβών αιτιών του περιστατικού.
Της Επιτροπής προήδρευσε ο Διοικητής της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ), Χρήστος Τσίτουρας, με τη συμμετοχή του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, Μιχάλη Μπλέτσα, του συνταγματάρχη Δημητρίου Ζαμπακόλα, μηχανικού επικοινωνιών και επιτελούς του ΓΕΕΘΑ, του υποδιευθυντή Εποπτείας Φάσματος της ΕΕΤΤ, Νίκου Ηγουμενίδη, καθώς και εκπροσώπου του EUROCONTROL. Παρόντας ως παρατηρητής ήταν και εκπρόσωπος του EASA.
Ως βασικοί εμπλεκόμενοι φορείς αναγνωρίστηκαν η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), από τους οποίους ζητήθηκαν και ελήφθησαν επίσημες αναφορές για τις ενέργειές τους. Παράλληλα, η Επιτροπή αξιολόγησε στοιχεία που προέκυψαν από συνεντεύξεις με στελέχη των δύο οργανισμών.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων, το περιστατικό αποδίδεται σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε από αποσυγχρονισμό πολλών ετερογενών διατάξεων και διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση και συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών, καθώς και την υποβάθμιση ή διακοπή βασικών τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Η πλήρης αποκατάσταση επετεύχθη μετά από επανασυγχρονισμό και επανεκκινήσεις, που ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Για λόγους ασφάλειας πτήσεων, επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate) και ενεργοποιήθηκαν διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η επαναφορά των υπηρεσιών πραγματοποιήθηκε σταδιακά, ενώ η πλήρης αποκατάσταση καταγράφηκε στις 16:53 τοπική ώρα, έπειτα από εκούσια ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.
Με βάση τις αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της ΑΠΑ, το περιστατικό ταξινομήθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area), χωρίς καταγραφή παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή άλλης εξωγενούς κακόβουλης παρέμβασης.
Σε ό,τι αφορά την αεροπορική ασφάλεια, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε έκθεση αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι το υφιστάμενο Σύστημα Επικοινωνιών Φωνής της ΥΠΑ (VCS – Voice Communication System), καθώς και κρίσιμες υποστηρικτικές τηλεπικοινωνιακές υποδομές, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία SDH (Synchronous Digital Hierarchy), η οποία δεν υποστηρίζεται πλέον από τον κατασκευαστή και δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις απρόσκοπτης λειτουργίας.
Στο τελικό σκέλος του πορίσματος, η Ειδική Επιτροπή διατυπώνει σειρά εισηγήσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP, η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ, η ενίσχυση των δυνατοτήτων τηλεμετρίας και διαγνωστικών ελέγχων, η αυξημένη εποπτεία του ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ, καθώς και η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση επιχειρησιακών κινδύνων και τη διασφάλιση της αδιάλειπτης παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας.























