Ισχυρή άνοδο στα οικονομικά της μεγέθη κατέγραψε η Ryanair, παρά τη διεθνή αβεβαιότητα που προκαλεί η κρίση καυσίμων και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Η μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους στην Ευρώπη ανακοίνωσε καθαρά κέρδη ύψους 2,26 δισ. ευρώ για το οικονομικό έτος έως τον Μάρτιο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 40% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.
Παράλληλα, η επιβατική κίνηση ενισχύθηκε κατά 4%, φτάνοντας τα 208,4 εκατομμύρια επιβάτες για την περίοδο 2025-2026, παρά τις συνεχιζόμενες καθυστερήσεις στις παραδόσεις αεροσκαφών Boeing, οι οποίες εξακολουθούν να περιορίζουν τη διαθέσιμη χωρητικότητα.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα έσοδα ανά επιβάτη, τα οποία αυξήθηκαν κατά 7%, χάρη στην ενίσχυση των ναύλων κατά 10%. Την ίδια στιγμή, το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε μόλις κατά 6%, διατηρώντας την αύξηση του μοναδιαίου κόστους στο 1%, ενώ τα συνολικά έσοδα της εταιρείας ανήλθαν στα 15,54 δισ. ευρώ.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Ryanair, Μάικλ Ο’ Λίρι, υπογράμμισε ότι η στρατηγική αντιστάθμισης καυσίμων της εταιρείας περιόρισε σημαντικά τον αντίκτυπο από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν και τις ανησυχίες γύρω από τις ναυτιλιακές διαδρομές στον Κόλπο.

Σύμφωνα με τη Ryanair, περίπου το 80% των αναγκών της σε καύσιμα για το τρέχον οικονομικό έτος έχει ήδη καλυφθεί μέσω συμφωνιών αντιστάθμισης, με τιμή κοντά στα 67 δολάρια ανά βαρέλι έως και τον Απρίλιο του 2027.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία αναγνώρισε πως οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να δημιουργούν αβεβαιότητα για τις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις αερομεταφορές. Όπως επισημάνθηκε, πιθανή περαιτέρω κλιμάκωση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στον κλάδο.
Ωστόσο, η Ryanair εμφανίζεται αισιόδοξη για τη θέση της στην αγορά, εκτιμώντας ότι διαθέτει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών αεροπορικών εταιρειών.
«Πιστεύω ότι οι τιμές θα παραμείνουν υψηλότερες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, γεγονός που φέρνει τη Ryanair σε ιδιαίτερα ισχυρή θέση, δεδομένης της ισχυρής αντιστάθμισης των καυσίμων μας», δήλωσε ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Νιλ Σόραχαν, σε συνέντευξή του στο CNBC τη Δευτέρα 18/05.
Σε παλαιότερη τοποθέτησή του στο CNBC, τον Απρίλιο, ο Μάικλ Ο’ Λίρι είχε εμφανιστεί ακόμη πιο αιχμηρός σχετικά με τις εξελίξεις στον κλάδο.
«Πιστεύω ότι θα υπάρξουν αποτυχίες. Αν συνεχιστεί στα 150 δολάρια το βαρέλι τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, τότε θα δείτε ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες να αποτυγχάνουν και αυτό, μεσοπρόθεσμα, θα ήταν μάλλον καλό για την επιχείρηση της Ryanair», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Η εταιρεία απέφυγε να δώσει συγκεκριμένες προβλέψεις κερδοφορίας για το οικονομικό έτος 2026-2027, επικαλούμενη αβεβαιότητα γύρω από τη ζήτηση, τους ναύλους και τις μελλοντικές τιμές καυσίμων.
Παρά ταύτα, οι καλοκαιρινές κρατήσεις παραμένουν σε θετικά επίπεδα, αν και – όπως αναφέρει η εταιρεία – οι ταξιδιώτες συνεχίζουν να προχωρούν σε κρατήσεις πιο κοντά στις ημερομηνίες αναχώρησης λόγω της γενικότερης οικονομικής αβεβαιότητας.
Στο μεταξύ, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις αεροσκαφών Boeing εξακολουθούν να αποτελούν βασικό περιοριστικό παράγοντα για την επέκταση της Ryanair και της ευρωπαϊκής αγοράς πτήσεων μικρών αποστάσεων συνολικά.
Η αεροπορική εταιρεία εκτιμά ότι η επιβατική κίνηση θα φτάσει φέτος περίπου τα 216 εκατομμύρια επιβάτες, καθώς περισσότερα αεροσκάφη Boeing 737 MAX εντάσσονται σταδιακά στον στόλο της.
Ο Μάικλ Ο’ Λίρι προειδοποίησε ακόμη ότι τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι ελλείψεις αεροσκαφών αναμένεται να συνεχιστούν για αρκετά χρόνια, επηρεάζοντας τη συνολική χωρητικότητα των αερομεταφορών στην Ευρώπη.
Παράλληλα, η Ryanair εκτιμά ότι η περιορισμένη προσφορά θέσεων θα συνεχίσει να στηρίζει τους ναύλους, κυρίως για τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους που διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς και πλεονεκτήματα κλίμακας.
Τέλος, η εταιρεία επιβεβαίωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι συζητήσεις για την επέκταση του συμβολαίου του Μάικλ Ο’ Λίρι, εξέλιξη που ενδέχεται να τον διατηρήσει στη θέση του CEO έως και το 2032.























