Σχεδόν 888.000 αφίξεις από το Βέλγιο και ταξιδιωτικές εισπράξεις ύψους 547,9 εκατ. ευρώ κατέγραψε η Ελλάδα το 2025, με τη βελγική αγορά να παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για τον ελληνικό τουρισμό.
Σύμφωνα με την Έκθεση 2026 του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Βρυξελλών, οι αφίξεις Βέλγων επισκεπτών διαμορφώθηκαν σε 887.800, μειωμένες κατά 3,5% σε σχέση με το 2024.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από τη συγκεκριμένη αγορά ανήλθαν σε 547,9 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 6,2% σε σύγκριση με τα 584,3 εκατ. ευρώ του 2024.
Η μεγαλύτερη μείωση των εισπράξεων σε σχέση με τις αφίξεις δείχνει και περιορισμό της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι. Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, η μέση δαπάνη ανά Βέλγο επισκέπτη υπολογίζεται περίπου στα 617 ευρώ, έναντι 635 ευρώ το 2024.
Η άνοδος της τελευταίας τετραετίας
Η κάμψη του 2025 ακολούθησε τρία διαδοχικά χρόνια σημαντικής ανάπτυξης της βελγικής αγοράς.
Οι αφίξεις αυξήθηκαν από 359.100 το 2021 σε 501.900 το 2022 και σε 669.500 το 2023. Το 2024 σημείωσαν άλμα 37,4%, φθάνοντας στο υψηλό των 920.100.
Παρά τη διόρθωση της τελευταίας χρονιάς, οι αφίξεις του 2025 ήταν κατά 147% υψηλότερες από εκείνες του 2021. Αντίστοιχα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν μέσα στην ίδια περίοδο κατά περίπου 86%, από 294,3 εκατ. σε 547,9 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η ελληνική τουριστική αγορά διατήρησε μεγάλο μέρος της δυναμικής που ανέπτυξε μετά την πανδημία, ακόμη και μετά την ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση του 2024.
Πάνω από το μισό των εισπράξεων από υπηρεσίες
Ο τουρισμός παραμένει ο σημαντικότερος επιμέρους τομέας στις συναλλαγές υπηρεσιών μεταξύ Ελλάδας και Βελγίου.
Οι συνολικές ελληνικές εισπράξεις από την παροχή υπηρεσιών προς το Βέλγιο διαμορφώθηκαν το 2025 σε 1,027 δισ. ευρώ. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το 53% του ποσού, επιβεβαιώνοντας το σημαντικό βάρος του τουρισμού στις διμερείς οικονομικές σχέσεις.
Οι πληρωμές της Ελλάδας προς το Βέλγιο αυξήθηκαν από 482 εκατ. ευρώ το 2024 σε 613,8 εκατ. ευρώ το 2025. Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα της Ελλάδας στο ισοζύγιο υπηρεσιών περιορίστηκε από 602,5 εκατ. σε 413,6 εκατ. ευρώ, παραμένοντας ωστόσο σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.


















