Ο ελληνικός τουρισμός εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο ανάπτυξης από θέση ωριμότητας και ισχύος. Η ίδια, όμως, η επιτυχία του καθιστά σαφές ότι η επόμενη φάση δεν μπορεί να είναι απλή επανάληψη της προηγούμενης: η ανταγωνιστικότητα του τομέα θα κριθεί λιγότερο από τον αριθμό των επισκεπτών και περισσότερο από την αξία που δημιουργείται, την ποιότητα της εμπειρίας, τη διάχυση των ωφελειών στις τοπικές κοινωνίες και την ικανότητα προσαρμογής του.
Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της εκδήλωσης για την παρουσίαση της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026.
Η μελέτη εξετάζει τον ελληνικό τουρισμό συνολικά, μέσα από την αξία που δημιουργεί, τους ανθρώπους του, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τις αντοχές των προορισμών, τις υποδομές, το περιβάλλον και τη σχέση του με την κοινωνία. Συνθέτει έτσι σε μια ενιαία εικόνα ζητήματα που συχνά συζητούνται αποσπασματικά, με στόχο να αναδείξει τα κρίσιμα ερωτήματα και να στηρίξει έναν πιο τεκμηριωμένο δημόσιο διάλογο.
Η Αγάπη Σμπώκου, Πρόεδρος του ΣΕΤΕ, δήλωσε ότι: «Ο ελληνικός τουρισμός έχει διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία που πιστώνεται σε όσα έχουμε χτίσει από κοινού διαχρονικά. Σήμερα αποτελεί βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και καταλύτη για την εξέλιξή του. Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας δεν είναι μόνο να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη και σταθερή αξία για όλους. Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει συνολικά και με ειλικρίνεια τη σημερινή πραγματικότητα και φωτίζει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που έχουμε μπροστά μας. Ο ΣΕΤΕ θα αξιοποιήσει τα ευρήματά της στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους, με στόχο να συμβάλει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων για το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που επιδιώκουμε για τη χώρα.»
Παρουσιάζοντας τη μελέτη, ο Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Άρης Ίκκος ανέδειξε τη θέση του τουρισμού διεθνώς και τον κομβικό του ρόλο στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Το 2025 η άμεση συνεισφορά του τομέα αντιστοιχεί στο 13,0% του ΑΕΠ και η συνολική, άμεση και έμμεση, περί το 30,0%, ενώ οι επενδύσεις εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα κατατάσσεται 21η στην τουριστική ανταγωνιστικότητα (WEF), έναντι 59ης για την οικονομία συνολικά, και είναι ο 3ος πιο επιθυμητός προορισμός για Γερμανούς και Ιταλούς και ο 4ος για Γάλλους και Βρετανούς.
Το 75,0% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές περιφέρειες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά -3,1% μεταξύ 2011 και 2021, το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε αύξηση +6,1%.
Καταγράφονται, ωστόσο, και αδυναμίες: πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83,0% των επισκέψεων και το 90,0% των εισπράξεων, με τη δραστηριότητα συγκεντρωμένη στον χώρο και στον χρόνο. Στις προκλήσεις περιλαμβάνονται επίσης η φορολογική επιβάρυνση (5η θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστριών χωρών), το υψηλό ενεργειακό κόστος, τα ελλείμματα στις δημόσιες υποδομές, η ισορροπημένη ενσωμάτωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η κλιματική αλλαγή.
Τρία κρίσιμα θέματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο για τον τουρισμό συζητήθηκαν σε πάνελ με τον Γενικό Διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Ηλία Κικίλια, τον κ. Τάσο Αναστασάτο, Επικεφαλής Οικονομολόγο του Ομίλου Eurobank και Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της ΕΕΤ, την κα Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, και την κα Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις.
Συχνά ακούγεται ότι η Ελλάδα πρέπει να περιορίσει την εξάρτησή της από τον τουρισμό. Τα δεδομένα δείχνουν όμως ότι ο τουρισμός δεν εκτοπίζει άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά αποτελεί κατακτημένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Το ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγικότητάς του και των κλάδων με τους οποίους διασυνδέεται.
Από τις θέσεις εργασίας στις πραγματικές επαγγελματικές προοπτικές. Η φιλοξενία και το υψηλό επίπεδο εξυπηρέτησης αποτελούν διαχρονικό πλεονέκτημα, όμως η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και η ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων αναδεικνύονται σε βασικές προκλήσεις. Η μετάβαση από τις «θέσεις εργασίας» στις «σταδιοδρομίες» είναι η πιο στρατηγική επένδυση του τομέα.
Η κοινωνική αποδοχή ως προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης. Το 82,4% αξιολογεί θετικά την οικονομική του συνεισφορά, ενώ το 54,0% τον θεωρεί -πρώτο σε κατάταξη- τομέα με τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση. Καταγράφονται, ωστόσο, ανησυχίες για ζητήματα όπως το κόστος ζωής, οι πιέσεις στη στέγαση και στις τοπικές υποδομές, θέματα όμως που είναι πολυπαραγοντικά και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό. Η αποδοχή άλλωστε περνά από τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών και την ποιότητα ζωής στους προορισμούς
Η Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, δήλωσε ότι: «Για να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού στον τουρισμό, πρέπει πρώτα να επανεξετάσουμε τι προσφέρουμε στους ανθρώπους που θέλουμε να προσελκύσουμε και να διατηρήσουμε.
Η αξιοπιστία, η συνέπεια, η ποιότητα της ηγεσίας, η ουσιαστική φροντίδα και οι προοπτικές σταδιοδρομίας δεν είναι πρόσθετες παροχές· είναι προϋποθέσεις μιας βιώσιμης εργασιακής σχέσης.
Στην Costa Navarino, η συστηματική επένδυση σε αυτές τις αρχές ενισχύει την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και τη μακροχρόνια επαγγελματική εξέλιξη των ανθρώπων μας. Παράλληλα, επενδύουμε στη συνεχή ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην τεχνολογία που απελευθερώνει χρόνο για ανθρώπινη επαφή. Δεν αρκεί να αναζητούμε ανθρώπους για τις ανάγκες του κλάδου. Οφείλουμε να διαμορφώνουμε έναν κλάδο που ανταποκρίνεται και στις ανάγκες των ανθρώπων.»
Η Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, δήλωσε ότι: «Ο ελληνικός τουρισμός πηγαίνει αρκετά καλά. Το ερώτημα είναι πόσο καλά πηγαίνουν και οι τόποι που τον φιλοξενούν. Διότι οι αφίξεις και τα έσοδα λένε τη μία πλευρά της ιστορίας. Η επιτυχία του τουρισμού κρίνεται, μεταξύ άλλων, και από το αν οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε νερό, αν οι υποδομές αντέχουν, αν προστατεύεται το περιβάλλον και αν τα οφέλη φτάνουν στην τοπική οικονομία. Αυτό δεν γίνεται από μόνο του.
Χρειάζεται καλύτερος συντονισμός του κράτους με τους Δήμους και τις Περιφέρειες, δημιουργία ισχυρών Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών (DMMOs) και ανταποδοτικότητα στη χρήση των τουριστικών εσόδων με ορατά αποτελέσματα για τους κατοίκους.»
Η Μαρία Γάτσου, Γενική Διευθύντρια του ΣΕΤΕ, δήλωσε ότι: «Η μελέτη συμβάλλει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο, καθώς για πρώτη φορά συνθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού τουρισμού. Σε έναν τομέα που συχνά συζητείται αποσπασματικά, αντιπαραθέτουμε τεκμηριωμένα δεδομένα σε εδραιωμένες αντιλήψεις και απλουστεύσεις. Ο τουρισμός μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να προσφέρει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, όχι όμως στον αυτόματο πιλότο. Η χάραξη πολιτικής και οι επιχειρηματικές αποφάσεις απαιτούν κοινή βάση γνώσης και κατανόηση των αλληλεξαρτήσεων. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο υπηρετεί το οικοσύστημα του ΣΕΤΕ, παράγοντας γνώση και τεκμηρίωση που στηρίζουν αποτελεσματικότερες πολιτικές, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και συμβάλλουν στη στρατηγική εξέλιξη του ελληνικού τουρισμού.»




















