Εκλεισε την έρευνά της για τις British Airways και Ryanair η βρετανική ρυθμιστική αρχή ανταγωνισμού, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «η έλλειψη σαφήνειας στον νόμο» το καθιστά «ανεπαρκώς βέβαιο» ότι θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν επιστροφές χρημάτων για πελάτες που δεν κατάφεραν να πετάξουν λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών.

Η  Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών (CMA) ξεκίνησε έρευνα για τις δύο αεροπορικές εταιρείες τον Ιούνιο λόγω ανησυχιών ότι οι εταιρείες ενδέχεται να έχουν παραβιάσει τον νόμο που προβλέπει επιστροφές χρημάτων για πτήσεις που οι πελάτες δεν θα μπορούσαν να επιβιβαστούν νόμιμα λόγω των lockdowns.

Η British Airways προσέφερε voucher ή τη δυνατότητα να γίνει εκ νέου κράτηση. Από την πλευρά της η Ryanair παρείχε την επιλογή της νέας κράτησης.

Η Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών, μετά από «ενδελεχή εξέταση του σχετικού νόμου», κατέληξε ότι οι επιβάτες δεν είχαν «αρκετά σαφές δικαίωμα επιστροφής χρημάτων σε αυτές τις ασυνήθιστες συνθήκες για να δικαιολογήσουν τη συνέχιση της υπόθεσης».

Ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δίνει στους επιβάτες τη δυνατότητα επιστροφής χρημάτων όταν μια αεροπορική εταιρεία ακυρώσει μια πτήση. Ωστόσο, δεν είναι σαφές για τι ισχύει με τις επιστροφές χρημάτων όταν η πτήση πραγματοποιείται αλλά οι επιβάτες «νομικά απαγορεύεται να το ταξιδέψουν», ανέφερε η CMA σε ανακοίνωσή της την Πέμπτη.

«Η CMA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράταση αυτής της έρευνας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δεδομένου του χρόνου που θα χρειαστεί για να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα στα δικαστήρια και του αβέβαιου αποτελέσματος», ανέφερε.

Η Ryanair χαιρέτισε την απόφαση της CMA να κλείσει την έρευνα. «Λειτουργούσαμε με ένα περιορισμένο πρόγραμμα (πτήσεων) κατά τη διάρκεια των lockdowns στο Ηνωμένο Βασίλειο για πελάτες που ταξίδευαν για ουσιώδεις λόγους. Οι επιβάτες είχαν την επιλογή να αλλάξουν τις κρατήσεις τους χωρίς να πληρώσουν το τέλος αλλαγής πτήσης και πολλοί επωφελήθηκαν από αυτήν την επιλογή », ανέφερε σε ανακοίνωσή της.