Καθώς η εορταστική περίοδος πλησιάζει και τα Χριστούγεννα βρίσκονται προ των πυλών, ολοένα και περισσότεροι ταξιδιώτες προγραμματίζουν αποδράσεις στο εξωτερικό, επιλέγοντας το αεροπλάνο ως βασικό μέσο μετακίνησης.

Η αυξημένη ζήτηση, ωστόσο, μεταφράζεται σε πτήσεις με υψηλή πληρότητα, γεγονός που επαναφέρει ένα εύλογο ερώτημα: πόσο καθαρός είναι τελικά ο αέρας στο εσωτερικό των αεροσκαφών;

Για να διερευνηθεί το συγκεκριμένο ζήτημα, η Έρικα Χάρτμαν, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικών και Περιβαλλοντικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Northwestern στο Ιλινόις, μαζί με την ερευνητική της ομάδα, προχώρησε στη μελέτη των μασκών προσώπου που φορούν οι επιβάτες κατά τη διάρκεια πτήσεων. Στόχος ήταν να καταγραφούν τα μικρόβια που παγιδεύονται από τον αέρα της καμπίνας. Παράλληλα, οι ερευνητές εξέτασαν αντίστοιχες μάσκες προσωπικού νοσοκομείων, έναν ακόμη χώρο όπου η μετάδοση μικροβίων θεωρείται συχνή, σύμφωνα με δημοσίευμα του Time.

Στο πλαίσιο της έρευνας, συλλέχθηκαν συνολικά 53 μάσκες, οι οποίες τοποθετήθηκαν σε αποστειρωμένες σακούλες. Οι επιστήμονες ανέλυσαν αποκλειστικά τα εξωτερικά τους στρώματα, ώστε να μελετηθούν τα μικρόβια του αέρα και όχι εκείνα των ανθρώπινων αναπνευστικών οδών. Ακολούθησε ανάλυση DNA, ενώ εφαρμόστηκε και η μέθοδος PCR, προκειμένου να ενισχυθεί το μικροβιακό γενετικό υλικό που είχε συλλεχθεί.

Όπως αναφέρεται στο επιστημονικό περιοδικό Microbiome, εντοπίστηκαν συνολικά 407 είδη μικροβίων τόσο στα δείγματα από αεροπλάνα όσο και σε εκείνα από νοσοκομεία, με τους πληθυσμούς των μικροοργανισμών να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες.

Η συντριπτική πλειονότητα των μικροβίων αυτών προερχόταν από το ανθρώπινο δέρμα και θεωρείται ακίνδυνη, όπως διευκρίνισε η Χάρτμαν. «Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, επειδή πολλά από τα μικρόβια στα κτίρια και στον αέρα γύρω μας μας αντανακλούν», σημειώνει και προσθέτει: «Πολλές από τις επιφάνειες που αγγίζουμε τείνουν να έχουν μικρόβια που σχετίζονται με το δέρμα, επειδή μεταφέρουμε μικρόβια κάθε φορά που αγγίζουμε κάτι. Αποβάλλουμε μικρόβια παντού όπου πηγαίνουμε – εγώ και οι συνάδελφοί μου το αναφέρουμε ως μικροβιακή αύρα».

Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι τα διαγνωστικά κιτ που χρησιμοποιήθηκαν ήταν σχεδιασμένα για την ανίχνευση DNA, γεγονός που σημαίνει ότι η έρευνα κατέγραψε κυρίως βακτήρια και όχι ιούς. Πολλοί ιοί, όπως εκείνοι της COVID-19 ή της γρίπης, έχουν ως γενετικό υλικό το RNA και δεν εντοπίζονται με την ίδια μεθοδολογία.

Παρότι οι ανησυχίες των επιβατών συχνά εστιάζουν στους ιούς σε περιορισμένους χώρους όπως οι καμπίνες αεροσκαφών, η Χάρτμαν εξηγεί ότι οι ιοί αποτελούν πιθανότατα μικρότερο ποσοστό των μικροβίων του αέρα σε σχέση με τα βακτήρια. Όπως επισημαίνει, οι άνθρωποι αποβάλλουν βακτήρια από το δέρμα τους σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες απ’ ό,τι απελευθερώνουν σωματίδια ιών.

Παράλληλα, οι ιοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις περιβαλλοντικές συνθήκες για να επιβιώσουν και, όταν απομακρύνονται από το ανθρώπινο σώμα, συχνά καθίστανται λιγότερο λοιμογόνοι. Ωστόσο, δεν παύει να υπάρχουν περιπτώσεις ιών που επιβιώνουν σε επιφάνειες, ενώ έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και μικρές ποσότητες ιού μπορεί να αρκούν για να προκαλέσουν λοίμωξη.

Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν, σύμφωνα με το Time, την ανάγκη για πιο εξελιγμένα συστήματα παρακολούθησης του αέρα και ανίχνευσης παθογόνων, σε πραγματικό χρόνο. Τέτοιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να συνδυάζουν φιλτραρίσματα και αισθητήρες, παρέχοντας άμεσες ενδείξεις κινδύνου.

«Φανταστείτε κάτι σαν μια ανίχνευση μονοξειδίου του άνθρακα ή έναν συναγερμό αερίου, που, ανάλογα με τα επίπεδα των υπαρχόντων μικροβίων, θα μπορούσε να αυξήσει αυτόματα τους ρυθμούς ανταλλαγής αέρα ή να ειδοποιήσει τους ανθρώπους να φορέσουν μάσκες», αναφέρει η Χάρτμαν. «Η συνεκτίμηση της υγείας και η δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με το πώς να προστατευτείτε θα ήταν καταπληκτική».

Μέχρι να καταστούν ευρέως διαθέσιμες τέτοιες λύσεις, η ίδια υπενθυμίζει ότι, όσο οι θερμοκρασίες πέφτουν και οι συναθροίσεις σε κλειστούς χώρους αυξάνονται, ο αέρας — ακόμη και σε περιορισμένα περιβάλλοντα όπως τα αεροπλάνα ή τα νοσοκομεία — ενδέχεται να μην είναι τόσο επιβαρυμένος με παθογόνους οργανισμούς όσο συχνά θεωρούμε.

Τέλος, ένα βασικό συμπέρασμα παραμένει σαφές: οι μάσκες προσώπου αποτελούν έναν αποτελεσματικό τρόπο προστασίας από παθογόνους παράγοντες που κυκλοφορούν στον αέρα, ενώ παράλληλα μειώνουν και τη μετάδοση μικροβίων προς τους γύρω μας, σε περίπτωση ασθένειας.