Νέο σύστημα εισόδου-εξόδου στην ΕΕ με επιπτώσεις στις αναχωρήσεις.

Αυξημένοι χρόνοι αναμονής στις αναχωρήσεις και ταλαιπωρία για τους επιβάτες καταγράφονται στα αεροδρόμια, εξαιτίας της εφαρμογής του νέου συστήματος ελέγχου πολιτών τρίτων χωρών κατά την είσοδο και έξοδό τους από την ΕΕ και τη Ζώνη Σένγκεν.

Σε ισχύ έχει τεθεί από την Παρασκευή το νέο σύστημα, το οποίο αντικαθιστά την παραδοσιακή σφράγιση των διαβατηρίων.

Ως μια πλήρως αυτοματοποιημένη διαδικασία καταγραφής, το σύστημα αφορά ταξιδιώτες από χώρες εκτός ΕΕ που επισκέπτονται τη Ζώνη Σένγκεν για σύντομη παραμονή, διάρκειας έως 90 ημερών ανά εξάμηνο.

Μεταξύ των βασικών στοιχείων του συστήματος περιλαμβάνονται:

  • Βιομετρικά δεδομένα: Κατά την πρώτη είσοδο συλλέγονται φωτογραφία προσώπου και δακτυλικά αποτυπώματα του ταξιδιώτη.
  • Ψηφιακό αρχείο: Τα στοιχεία αποθηκεύονται για διάστημα τριών ετών, διευκολύνοντας μελλοντικές διελεύσεις.
  • Υποχρεωτικότητα: Η μη παροχή βιομετρικών δεδομένων συνεπάγεται αυτόματη απαγόρευση εισόδου.

Λόγω της αυξημένης πολυπλοκότητας της διαδικασίας —που περιλαμβάνει και συνεντεύξεις από τις αρμόδιες αρχές— οι έλεγχοι απαιτούν περισσότερο χρόνο, ιδιαίτερα στο αρχικό στάδιο εφαρμογής.

Σε μεταβατικό στάδιο βρίσκονται τα ελληνικά αεροδρόμια, όπου οι έλεγχοι πραγματοποιούνται στα σημεία διαβατηριακού ελέγχου, ενώ παράλληλα συνεχίζονται οι τεχνικές δοκιμές για την πλήρη διασύνδεση του συστήματος.

Ως αποτέλεσμα της νέας διαδικασίας, οι χρόνοι εξυπηρέτησης εμφανίζονται αυξημένοι, γεγονός που επηρεάζει τη συνολική ροή των επιβατών.

Συστάσεις απευθύνονται προς τους ταξιδιώτες να προσέρχονται στο αεροδρόμιο τουλάχιστον 2,5 ώρες πριν από την πτήση τους, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος καθυστερήσεων στο check-in και τον έλεγχο διαβατηρίων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην εφαρμογή «Travel to Europe», που έχει ενεργοποιηθεί από την ΕΕ για την επιτάχυνση της διαδικασίας.

Μέσω της συγκεκριμένης εφαρμογής, δίνεται η δυνατότητα προ-καταχώρησης στοιχείων και βιομετρικής φωτογραφίας έως και 72 ώρες πριν από την άφιξη.

Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η χρήση της εφαρμογής δεν αναιρεί την υποχρέωση προσωπικής συνέντευξης με τον συνοριακό φύλακα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από την έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας του συστήματος έχει ήδη αποτραπεί η είσοδος σε περισσότερα από 24.000 άτομα —λόγω πλαστών εγγράφων ή ασαφούς σκοπού ταξιδιού— ενώ έχουν εντοπιστεί 600 άτομα που κρίθηκαν επικίνδυνα για την ασφάλεια.