Από το Μέγαρο Σλήμαν–Μελά και το πρώην ΤΣΜΕΔΕ έως παλιά κτίρια γραφείων στη Σταδίου και τη Συγγρού, ένας νέος κύκλος επενδύσεων επαναφέρει ανενεργά ακίνητα στον οικονομικό χάρτη της πρωτεύουσας.
Ένας διαφορετικός ξενοδοχειακός χάρτης διαμορφώνεται σταδιακά στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή τη φορά, η ανάπτυξη δεν βασίζεται τόσο στην κατασκευή νέων μονάδων, όσο στην επανάχρηση κτιρίων που για χρόνια παρέμεναν κλειστά, υποαξιοποιημένα ή εγκλωβισμένα σε σύνθετες διαδικασίες αξιοποίησης.
Νεοκλασικά μέγαρα, πρώην γραφεία ασφαλιστικών ταμείων, ακίνητα του Δημοσίου αλλά και κτίρια του Μεσοπολέμου αλλάζουν χρήση και μετατρέπονται σε ξενοδοχεία ή serviced apartments. Η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στον άξονα από την Πανεπιστημίου και την Ακαδημίας έως τη Σταδίου, την πλατεία Κλαυθμώνος και τη λεωφόρο Συγγρού.
Κοινός παρονομαστής των επενδύσεων είναι η προνομιακή τοποθεσία των ακινήτων, η αρχιτεκτονική τους ταυτότητα και η δυνατότητα δημιουργίας μονάδων με ξεχωριστό χαρακτήρα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα εδραιώνεται ως αυτοτελής διεθνής προορισμός. Παράλληλα, οι μακροχρόνιες μισθώσεις επιτρέπουν σε ασφαλιστικά ταμεία, ιδρύματα και άλλους θεσμικούς ιδιοκτήτες να αξιοποιήσουν περιουσιακά στοιχεία που παρέμεναν για χρόνια εκτός αγοράς.
Το μεγάλο project του Ομίλου Mitsis στην Πανεπιστημίου
Σημείο αναφοράς του νέου κύκλου επενδύσεων αποτελεί η μετατροπή του Μεγάρου Σλήμαν–Μελά στην οδό Πανεπιστημίου σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων.
Το ιστορικό συγκρότημα, στη συμβολή της Πανεπιστημίου με τη Χαριλάου Τρικούπη, σχεδιάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ και οικοδομήθηκε την περίοδο 1880-1890 για λογαριασμό του Ερρίκου Σλήμαν. Για δεκαετίες συνδέθηκε με την εμπορική και πολιτιστική ζωή της Αθήνας, καθώς στους χώρους του στεγάστηκαν καταστήματα, γραφεία και ο κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ.
Ο όμιλος Mitsis εξασφάλισε το 2023, μέσω διαγωνισμού του e-ΕΦΚΑ, τη μίσθωση του ακινήτου για 35 χρόνια, με δικαίωμα δεκαετούς παράτασης. Το επενδυτικό πρόγραμμα υπολογίζεται σε 36 εκατ. ευρώ και περιλαμβάνει την αποκατάσταση του διατηρητέου συγκροτήματος, τη δημιουργία νέας πτέρυγας και την ανάπτυξη χώρων εστίασης και αναψυχής.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι η διατήρηση και αναβάθμιση του ΙΝΤΕΑΛ, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ως κινηματογραφικός και πολιτιστικός χώρος, αλλά και να φιλοξενεί συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις.
Τον Ιούνιο του 2026 εγκρίθηκε, υπό όρους, η αρχιτεκτονική προμελέτη από το υπουργείο Πολιτισμού. Η απόφαση δεν αποτελεί την τελική οικοδομική άδεια, ωστόσο ανοίγει τον δρόμο για τα επόμενα στάδια αδειοδότησης μιας από τις μεγαλύτερες επενδύσεις επανάχρησης ιστορικού ακινήτου στην πρωτεύουσα.
Η πρώτη παρουσία της Empiria στην Αθήνα
Στην οδό Ακαδημίας, στη συμβολή με την οδό Αμερικής, βρίσκεται σε εξέλιξη ακόμη μία επένδυση που συνδυάζει την ξενοδοχειακή ανάπτυξη με την αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Ο όμιλος Empiria, των Αντώνη Ηλιόπουλου και Κάλιας Κωνσταντινίδου, προχωρά στην ανακαίνιση εξαώροφου διατηρητέου κτιρίου, ιδιοκτησίας του Ταμείου Εθνικής Άμυνας. Το ακίνητο, συνολικής επιφάνειας περίπου 2.750 τ.μ., έχει σχεδιαστεί από τον Εμμανουήλ Λαζαρίδη, τον αρχιτέκτονα του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη.
Η επένδυση, ύψους άνω των 10 εκατ. ευρώ, σηματοδοτεί την είσοδο της Empiria στην αθηναϊκή αγορά, έπειτα από την ανάπτυξη ξενοδοχειακού χαρτοφυλακίου σε προορισμούς όπως η Σαντορίνη, η Πάρος, η Μήλος και η Μάνη.
Στο κτίριο σχεδιάζεται boutique ξενοδοχείο με περίπου 40 σουίτες, δύο χώρους εστίασης και rooftop με θέα προς την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό. Στο ισόγειο προβλέπεται all-day restaurant με ανεξάρτητη πρόσβαση από την οδό Αμερικής, ώστε το ξενοδοχείο να συνδέεται λειτουργικά και με την καθημερινότητα της πόλης.
Ο όμιλος έχει επίσης εξετάσει τη συνεργασία με διεθνές ξενοδοχειακό brand. Ως προς το χρονοδιάγραμμα, οι αρχικές ανακοινώσεις τοποθετούσαν τη λειτουργία του ξενοδοχείου εντός του 2027, χωρίς να αποκλείεται μετατόπιση ανάλογα με την πορεία των εργασιών σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διατηρητέο κτίριο.
Από γραφεία σε serviced apartments στη Σταδίου
Διαφορετικό μοντέλο φιλοξενίας ακολουθεί η επένδυση της Blend Development στη συμβολή της Σταδίου 54 με την Εμμανουήλ Μπενάκη.
Το εννεαώροφο κτίριο, που κατασκευάστηκε το 1959 και χρησιμοποιούνταν ως κτίριο γραφείων, αποκτήθηκε από την εταιρεία το 2022. Βρίσκεται σε περιοχή που έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακό τμήμα της Αθήνας και υποβάλλεται σε εκτεταμένες εργασίες στατικής ενίσχυσης, ενεργειακής αναβάθμισης και αναδιαμόρφωσης.
Μετά την αλλαγή χρήσης, θα λειτουργήσει ως ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, δυναμικότητας 129 δωματίων, υπό το brand Bob W. Πρόκειται ουσιαστικά για serviced apartments, ένα υβριδικό προϊόν που συνδυάζει υπηρεσίες ξενοδοχείου με τα χαρακτηριστικά και την αυτονομία ενός επιπλωμένου διαμερίσματος.
Η επένδυση εκτιμάται σε περίπου 25 εκατ. ευρώ και εντάσσεται στη διεθνή επέκταση της Bob W, η οποία αξιοποιεί την τεχνολογία για μεγάλο μέρος της εξυπηρέτησης των επισκεπτών της.
Η Blend Development αναπτύσσει παράλληλα ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων στη λεωφόρο Συγγρού, κοντά στον σταθμό του Μετρό Συγγρού–Φιξ. Πρόκειται για κτίριο του 1928, το οποίο προβλέπεται να μετατραπεί σε επταώροφη μονάδα περίπου 50 δωματίων, συνολικής επιφάνειας 2.300 τ.μ., με βιοκλιματικά χαρακτηριστικά.
Στην Αθήνα επεκτείνεται η TOR Hotel Group
Ένα ακόμη ακίνητο του e-ΕΦΚΑ που περνά σε ξενοδοχειακή χρήση είναι το πρώην κτίριο του ΤΣΜΕΔΕ στην οδό Κολοκοτρώνη 4, δίπλα στην πλατεία Κλαυθμώνος.
Μισθωτής αναδείχθηκε η TOR Hotel Group της οικογένειας Τορνιβούκα, με προσφορά μηνιαίου μισθώματος 75.000 ευρώ. Η διάρκεια της μίσθωσης είναι 30 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη μία δεκαετία.
Η επένδυση για την πλήρη ανακαίνιση του διατηρητέου ακινήτου των 4.200 τ.μ. υπολογίζεται σε 15 εκατ. ευρώ. Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία πολυτελούς ξενοδοχείου περίπου 65 δωματίων, το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει έως το τέλος του 2028.
Πρόκειται για την πρώτη παρουσία του ιστορικού ξενοδοχειακού ομίλου στην Αθήνα. Η TOR Hotel Group διαθέτει ήδη τα Eagles Palace και Eagles Villas στη Χαλκιδική, καθώς και τα City Hotel, The Excelsior και ON Residence στη Θεσσαλονίκη.
Από την αξιοποίηση παλιών κτιρίων στην αλλαγή χρήσεων
Οι συγκεκριμένες επενδύσεις δεν προσθέτουν μόνο νέα δωμάτια στο ξενοδοχειακό δυναμικό της Αθήνας. Αποτυπώνουν μια ευρύτερη αλλαγή στην αγορά ακινήτων του κέντρου, όπου η φιλοξενία λειτουργεί ως βασικός μοχλός για την επανενεργοποίηση παλιών κτιρίων.
Η αποκατάσταση ενός διατηρητέου ακινήτου είναι συνήθως πιο σύνθετη και δαπανηρή από μια συμβατική ξενοδοχειακή ανάπτυξη. Απαιτεί εγκρίσεις από το υπουργείο Πολιτισμού, εξειδικευμένες στατικές και αρχιτεκτονικές μελέτες, καθώς και παρεμβάσεις που δεν αλλοιώνουν τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά του κτιρίου. Αυτό εξηγεί και τις συχνές αλλαγές στα χρονοδιαγράμματα.
Από την άλλη πλευρά, τα ιστορικά ακίνητα διαθέτουν ένα στοιχείο που δύσκολα δημιουργείται από το μηδέν: ξεχωριστή ταυτότητα. Σε μια αγορά όπου οι διεθνείς επισκέπτες αναζητούν ολοένα και περισσότερο καταλύματα συνδεδεμένα με την ιστορία και την καθημερινότητα του προορισμού, η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπορικό πλεονέκτημα.




















