Μια νέα εποχή στις αερομεταφορές προετοιμάζεται να ξεκινήσει, καθώς η Qantas και η Airbus παρουσίασαν το πρώτο αεροσκάφος εξαιρετικά μεγάλης εμβέλειας που θα μπορεί να συνδέει απευθείας το Σίδνεϊ με το Λονδίνο σε μόλις 22 ώρες.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι όταν η Qantas εγκαινίασε τη θρυλική «Kangaroo Route» το 1947, το ταξίδι απαιτούσε πέντε ημέρες και επτά ενδιάμεσες στάσεις.
Το νέο Airbus A350-1000ULR αναμένεται να τεθεί σε υπηρεσία τον Οκτώβριο του 2027 και θα φέρει ονόματα εμπνευσμένα από τα άστρα, αποτίοντας φόρο τιμής στους πρωτοπόρους αεροπόρους της εταιρείας. Η επιλογή συνδέεται με τον θρυλικό πιλότο της Qantas, καπετάνιο Κράουδερ, ο οποίος φέρεται να χρησιμοποιούσε τον έναστρο ουρανό ως μέσο πλοήγησης στις πρώτες πτήσεις μεταξύ Αυστραλίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Το φιλόδοξο «Project Sunrise»
Στην καρδιά του εγχειρήματος βρίσκεται το «Project Sunrise», το πολυετές πρόγραμμα της Qantas που φιλοδοξεί να καταργήσει τους γεωγραφικούς περιορισμούς των υπεραποστάσεων. Η απευθείας σύνδεση Σίδνεϊ–Λονδίνο θα καλύπτει περίπου 10.573 μίλια, ενώ στα σχέδια περιλαμβάνεται και δρομολόγιο μεταξύ Σίδνεϊ και Νέας Υόρκης.
Η επένδυση μόνο για την απόκτηση των αεροσκαφών ανέρχεται σε περίπου 3,2 δισ. δολάρια, με την εταιρεία να εκτιμά ότι το πρόγραμμα μπορεί να αποφέρει έως και 400 εκατ. δολάρια ετησίως όταν ο στόλος λειτουργήσει πλήρως.
Η ανακοίνωση έγινε στα κεντρικά της Airbus στην Τουλούζη, επισφραγίζοντας μια προσπάθεια σχεδόν εννέα ετών. Το εγχείρημα παρακολουθείται στενά από ολόκληρη τη βιομηχανία αερομεταφορών, καθώς φιλοδοξεί να αλλάξει τα δεδομένα στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων.
Η πρόκληση της απόστασης
Η αρχή έγινε τον Αύγουστο του 2017, όταν η Qantas κάλεσε δημόσια τις Airbus και Boeing να σχεδιάσουν ένα αεροσκάφος ικανό να πραγματοποιεί σχεδόν οποιαδήποτε διαδρομή στον κόσμο χωρίς στάση και σε λιγότερο από μία ημέρα.
Παρότι η Airbus δεν είχε προηγούμενη ενημέρωση για την πρόκληση, κατάφερε τελικά να επικρατήσει στον διαγωνισμό.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Qantas, Βανέσα Χάντσον, δήλωσε:
«Η Airbus ανταποκρίθηκε. Επιλέχθηκαν για να μειώσουν την τυραννία της απόστασης για τους Αυστραλούς».
Από την πλευρά του, ο Μπενουά ντε Σεντ-Εξιπερί, ανώτερο στέλεχος της Airbus, ανέφερε:
«Ζητήσαμε από τους μηχανικούς μας να βρουν τη λύση στην πρόκληση της Qantas. Έγιναν 322 συναντήσεις. Η Qantas λέει ότι έχουν αφιερωθεί ένα εκατομμύριο ώρες εργασίας».
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι δύο εταιρείες χρειάστηκε να ξεπεράσουν σημαντικά εμπόδια, μεταξύ των οποίων προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, διαδικασίες πιστοποίησης εξοπλισμού και ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού που προέκυψαν μετά την πανδημία.
Το 2022 η Qantas παρήγγειλε συνολικά 12 αεροσκάφη A350-1000ULR. Το πρώτο αναμένεται να παραδοθεί τον Απρίλιο του 2027, ενώ έως τον Νοέμβριο του ίδιου έτους θα έχουν ενταχθεί στον στόλο ακόμη πέντε αεροσκάφη.
Σχεδιασμένο για πτήσεις 22 ωρών
Για να καταστεί εφικτή μια τόσο μεγάλη πτήση, οι μηχανικοί προχώρησαν σε σημαντικές τροποποιήσεις. Κάθε αεροσκάφος θα διαθέτει επιπλέον δεξαμενή καυσίμων 20.000 λίτρων και σημαντικά μειωμένο αριθμό επιβατών.
Συγκεκριμένα, θα φιλοξενεί 238 επιβάτες σε τέσσερις κατηγορίες: έξι σουίτες πρώτης θέσης, 52 θέσεις business, 40 premium economy και 140 economy.
Το μειωμένο βάρος θεωρείται κρίσιμο, καθώς κάθε επιπλέον λεπτό πτήσης συνεπάγεται κατανάλωση περίπου 100 κιλών καυσίμου.
Τα αεροσκάφη θα κινούνται με κινητήρες Rolls-Royce τελευταίας γενιάς. Η αντιπρόεδρος της εταιρείας, Χέλεν Γουίλσον, εξήγησε:
«Η πρόκληση για τους κινητήρες δεν ήταν οι επιπλέον τέσσερις ώρες. Ήταν να διασφαλιστεί ότι τα αεροσκάφη των 324 τόνων μπορούν να απογειώνονται και να προσγειώνονται αποτελεσματικά. Οι κινητήρες μας σε κάθε πτέρυγα μπορούν να πετούν έξι έως επτά ώρες περισσότερο από το απαιτούμενο και να διαρκούν τέσσερα έως έξι χρόνια. Μπορούν να αντέξουν 30 εκατομμύρια ώρες πτήσης».
Παράλληλα, κάθε στοιχείο του αεροσκάφους επανασχεδιάστηκε με γνώμονα τη μείωση βάρους, από τα συστήματα ψυχαγωγίας μέχρι και τα σερβίτσια, τα οποία είναι κατά 20% ελαφρύτερα. Σύμφωνα με την Airbus, η συνολική απόδοση είναι κατά 25% βελτιωμένη σε σχέση με προηγούμενα μοντέλα A350.
Δοκιμές και προετοιμασία πληρωμάτων
Τα πρώτα αεροσκάφη βρίσκονται ήδη σε εντατικές δοκιμές, με πτήσεις που φτάνουν τις 22 ώρες συνεχούς λειτουργίας. Συνολικά πραγματοποιούνται περίπου 80 ώρες δοκιμών κάθε μήνα, ενώ δεύτερο αεροσκάφος συμμετέχει σε ξεχωριστό πρόγραμμα αξιολόγησης διάρκειας οκτώ εβδομάδων.
Μετά την παράδοσή τους, τα αεροσκάφη θα εκτελέσουν αρχικά δρομολόγια μεταξύ Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, ώστε να εξοικειωθούν τα πληρώματα με τις νέες επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Ήδη περίπου 40 πιλότοι εκπαιδεύονται για τον νέο τύπο αεροσκάφους. Κάθε πτήση θα στελεχώνεται από τέσσερις πιλότους και 14 μέλη πληρώματος καμπίνας, με ειδικά προγράμματα ανάπαυσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Μάχη με το jet lag
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει δοθεί και στην εμπειρία των επιβατών. Μελέτες που πραγματοποίησε η Qantas έδειξαν ότι η σωστή διαχείριση του ύπνου μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ξεκούραση ακόμη και στην οικονομική θέση.
Για τον λόγο αυτό θα δημιουργηθούν ειδικές «ζώνες ευεξίας», όπου οι επιβάτες θα μπορούν να κινηθούν, να κάνουν ήπιες ασκήσεις και να ενυδατώνονται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Η εταιρεία εκτιμά ότι με τη σωστή εφαρμογή των σχετικών οδηγιών το jet lag μπορεί να περιοριστεί έως και τέσσερις ώρες.
Οι νέοι αεροπορικοί δρόμοι
Σε αντίθεση με τις σημερινές διαδρομές που περνούν κυρίως μέσω Μέσης Ανατολής, τα νέα δρομολόγια θα μπορούν να ακολουθούν πορείες πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό και τον Βόρειο Πόλο, μειώνοντας τη συμφόρηση στον παγκόσμιο εναέριο χώρο.
Ο συνολικός χρόνος πτήσης θα κυμαίνεται από 18 έως 25 ώρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τους ανέμους.
Αν και οι τελικές τιμές των εισιτηρίων δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί, η Qantas χαρακτηρίζει το προϊόν ως «premium», αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα απευθύνεται κυρίως σε ταξιδιώτες που αναζητούν άνεση και εξοικονόμηση χρόνου.
Το κατά πόσο το εγχείρημα θα αποδειχθεί εμπορικά επιτυχημένο μένει να φανεί. Ωστόσο, για πρώτη φορά στην ιστορία της αεροπορίας, η προοπτική να διασχίσει κανείς σχεδόν τη μισή υδρόγειο χωρίς ενδιάμεση στάση βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στην πραγματικότητα.























